Archive

Αρχείο Συγγραφέων

Κάτι σχεδόν μαγικό – Ένας επινοημένος χαρακτήρας παίρνει το λόγο

Δεκέμβριος 19, 2011 Σχολιάστε

Είμαι επινόηση κάποιου άλλου. Συμμετέχω σε μια ιστορία που δεν είναι δικιά μου. Ή μήπως είναι;

Απευθύνομαι σε σένα άγνωστε αναγνώστη, έχοντας βγει από τα πλαίσια που περιορίζουν τη δράση μου. Δεν κάνω έκκληση για ελευθερία. Μ’ αρέσει η ζωή μου εδώ, θα δεις και παρακάτω. Θέλω απλά να τα πούμε. Να σου πω για μένα. Για εμένα και το δημιουργό μου. Για εμένα κι εσένα. Για τα πάντα – τις πάνω από εφτακόσιες σελίδες που είναι το δικό μου πάντα.

Ο άνθρωπος που μου έδωσε ζωή, μου χάρισε επίσης το δικαίωμα να ενεργώ ορισμένες φορές από μόνος μου – αυτό μπορεί να το κέρδισα κι ο ίδιος, δεν έχω καταλάβει. Έχει σημασία; Η ουσία είναι ότι ακόμα κι ένας επινοημένος χαρακτήρας έχει μια σχετική ελευθερία. Έχει πάρει τ’ αυτί μου ότι έτσι γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις: όταν δημιουργείς κάτι, δεν έχεις πάντα τον απόλυτο έλεγχο, αυτός εξαρτάται και από το ίδιο το δημιούργημά σου. Δεν μπορώ όμως να μιλήσω, παρά για τη δική μου περίπτωση. Η αλήθεια είναι ότι, συνήθως, αυτός ο από πάνω κινεί τα νήματα. Σίγουρα, πάντως, δεν γνωρίζει την “επανάστασή” μου που συντελείται αυτήν ακριβώς τη στιγμή. Ή, τουλάχιστον, δεν γνωρίζω εγώ ότι το γνωρίζει. Τέλος πάντων, αυτό μου αρκεί. Άλλωστε, δεν διοργανώνω κάποιο πραξικόπημα. Απλά ένιωσα την ανάγκη να πεταχτώ έξω από την εξαιρετική ιστορία που είναι η ίδια μου η ζωή, έξω από τις σελίδες του βιβλίου που φιλοξενεί ό,τι έχω και δεν έχω.

Εγώ κι εσύ, αναγνώστη, διαφέρουμε σε πολλά. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να μάθεις πώς είναι να γεννιέσαι μέσα από τη φαντασία κάποιου άλλου και όλος σου ο κόσμος να είναι κάποιες σελίδες. Είναι φορές που το σκέφτομαι και ασφυκτιώ. Μα δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Ακόμα και να με σκοτώσει ο δημιουργός μου, θα εξακολουθώ να ζω από σένα – από τον οποιοδήποτε πιάσει το βιβλίο (το σπίτι μου) στα χέρια του. Η ιστορία θα ακουστεί, θα διαβαστεί, θα υπάρχει· άρα, κι εγώ ο ίδιος. Δεν ξέρω πόσο καλό ή κακό είναι αυτό.

Δεν θα σου πω ψέματα: λατρεύω τον κόσμο μου εδώ. Κάθε φορά που κάποιος ανοίγει το βιβλίο να διαβάσει αυτήν την ιστορία, ζω ξανά και ξανά κάτι μαγικό.

Ο δημιουργός μου με έχει τοποθετήσει σ’ ένα πανέμορφο νησί. Ένας τόπος που υπάρχει και στην πραγματικότητα, μα εδώ είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα. Ή έτσι νομίζω, τέλος πάντων. Η φυσική ομορφιά είναι απαράμιλλη και παρόλο που η καθημερινότητα είναι λίγο μουντή και βαρετή, υπάρχει ένα μέρος πάνω σ’ αυτό το νησί που είναι μοναδικό, ανεπανάληπτο. Εκεί στηρίζεται και η όλη ιστορία του βιβλίου (της ζωής μου), σ’ αυτό το σχεδόν μαγικό μέρος. Στην κυριολεξία σχεδόν μαγικό. Η μικρή δόση μαγείας που έχει βάλει ο από πάνω σ’ αυτήν την τοποθεσία, με κάνει να θέλω να σκύψω ταπεινά το κεφάλι και να τον ευχαριστήσω γι’ αυτήν την συγκεκριμένη (και αιώνια) ζωή που μου χάρισε. Όχι, βέβαια, ότι δεν συνέλαβα ακόμα κι εγώ για να δημιουργηθεί αυτή η κατάσταση. Άλλωστε, είπαμε, ο δημιουργός δεν έχει πάντα τον απόλυτο έλεγχο. Η σχέση μας είναι σχεδόν αμφίδρομη. Μάλιστα, όταν άρχισε να χτίζεται αυτός ο κόσμος, ήμουν σχεδόν ο πρώτος που τον αντίκρισε. Θυμάμαι τις δυσκολίες που συναντήσαμε. Το να αποδοθεί η μυστηριακή ατμόσφαιρα της βίλας (ναι, μία όχι και τόσο συνηθισμένη βίλα είναι το σχεδόν μαγικό αυτό μέρος) ήταν κάτι που δεν απασχολούσε μόνο αυτόν που έδινε πνοή στον κόσμο μας, αλλά και όλους εμάς που συμμετείχαμε στο να φτιάξουμε από την αρχή τα πάντα. Υπήρξαν φορές που μπλόκαρε, που απογοητευόταν, που δεν γνώριζε πώς να συνεχίσει. Εκεί αναλαμβάναμε δράση εμείς, τα “παιδιά” του. Τον “σπρώχναμε”· στην ανάγκη προχωρούσαμε μόνοι μας την ιστορία. Άλλωστε, ήταν η δική μας ιστορία. Αυτό που μας βοηθούσε ήταν ότι ο δημιουργός μας είχε ζήσει κάποια χρόνια στο νησί –στο πραγματικό νησί–, ως καθηγητής αγγλικών, και μπορούσε να μας αγγίξει πιο απαλά με το μαγικό του ραβδάκι. Αυτός είχε ήδη μυηθεί! Και αυτό προσπαθούσε να κάνει σε μένα (και σε σένα άγνωστε αναγνώστη) στο πέρασμά μας από τη βίλα.

Αχ, αυτό το μέρος! Η βίλα… Περιμένω πώς και πώς από τον εκάστοτε νέο αναγνώστη να φτάσει σ’ αυτές τις σελίδες που θα την επισκεφτώ. Κάθε φορά, η πρώτη μου επίσκεψη είναι εξαιρετική. Όχι πάντα ευχάριστη. Μυστηριώδης – σίγουρα μυστηριώδης. Λίγο φοβισμένη. (Όλα αυτά, ξέρεις, εξαρτώνται κι από σένα. Δεν είναι μόνο το τι νιώθω εγώ όταν φτάνω σ’ αυτό το μαγικό μέρος). Η ανθρώπινη(;) φύση πειραματίζεται σ’ αυτό το κτήριο. Μεταλλάσσεται, σου βγάζει τη γλώσσα και γελάει μαζί σου.

Ο κύριος Κ., ο ιδιοκτήτης της βίλας, που έχει αυτήν την περίεργη ομοιότητα συγγένειας με τον Πικάσο, είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρον τύπος. Μπορεί να μου βγάλει μια ευρεία γκάμα από συναισθήματα –είτε καλά είτε άσχημα– στις επαφές μου μαζί του, αλλά κάθε φορά που βιώνω την πρώτη μας συνάντηση υπάρχει ένα συνονθύλευμα από δαύτα, αν και δεν τα αφήνω να φανούν: φόβος, δέος, θαυμασμός, ξέφρενη περιέργεια, γοητεία. Κι άλλα τόσα. Κάθε φορά που φτάνει σ’ αυτό το σημείο ένας νέος αναγνώστης, ανακαλύπτω και καινούργια συναισθήματα σ’ αυτήν τη διπλή συνάντηση: εμένα και του κύριου Κ. – και των δυο μας μαζί σου.

Εδώ πρέπει να παραδεχτώ κάτι. Αυτοί που βοήθησαν περισσότερο στην εξέλιξη, όταν ο ίδιος ο δημιουργός μας μπλόκαρε, ήταν ο ιδιοκτήτης και οι “ένοικοι” της βίλας. Εγώ έμπαινα μπροστά μόνο όταν χρειαζόταν κάποιον να πάνε χέρι-χέρι. Σαν σύντροφος σε ένα ταξίδι.

Ώρες ώρες με πιάνουν τα νεύρα μου που δεν τοποθέτησε εμένα στη βίλα των μυστηρίων. Ως ιδιοκτήτη και όχι ως επισκέπτη. Να παίζω εγώ με τα ανυποψίαστα “θύματα”. Να μου ανήκει ακόμα και ο τίτλος του βιβλίου… Εντάξει όμως. Δεν έχω παράπονο. Άλλωστε, μάλλον ήμουν ο αγαπημένος του. Κάτι σαν το alter-ego του. Μου έδωσε τη δουλειά του, την περιέργειά του, το θαυμασμό του σε κάθε είδους ομορφιά – όσο ιδιότροπη και να ήταν.

Είναι φορές που αναρωτιέμαι αν εγώ είμαι αυτός ο ίδιος. Αν μου έδωσε τη ζωή του. Κι αν τελικά ζω μια εξ’ ολοκλήρου ψεύτικη. Ποιος είμαι; Τι είναι πραγματικότητα και τι όχι; Αυτό το τελευταίο μού έχει φάει τη ζωή… Θα το καταλάβεις κι εσύ αν περάσεις μια βόλτα απ’ τον κόσμο μου. Όλο πάω να βγάλω κάποιο νόημα, και όλο μου ξεφεύγει.

Αλήθεια, δεν ξέρω αν θα ήθελα να γίνω πραγματικός άνθρωπος. Με τρώει η περιέργεια –έτσι έχω φτιαχτεί–, αλλά δεν ξέρω αν, από τη στιγμή που θα είχα τη δυνατότητα, θα δοκίμαζα κάτι τέτοιο. Το καλό είναι ότι κάποιους –σίγουρα ελάχιστους σε σχέση με τον κύριο Κ.– τους έχω εμπνεύσει. Έχουν πάρει στη ζωή τους στοιχεία τού είναι μου. Έστω και μία φορά, έστω και για μια στιγμή. Άρα, τουλάχιστον, μπορώ να πω ότι είμαι ένα κομμάτι τους. Ακόμα και το πιο μικρό απ’ όλα.

Και, που ξέρεις; Μια μέρα μπορεί να γίνω διάσημος. Να υπερβώ την ιστορία μου. Έχω ακούσει για τόσους και τόσους επινοημένους χαρακτήρες σαν κι εμένα που έχουν γνωρίσει τη δόξα. Άλλος γιατί έθεσε δύο-τρία ηθικά ζητήματα, άλλος γιατί κυνηγούσε κάτι άπιαστο (ναι, για γκόμενα επρόκειτο), άλλος για τις συγκρούσεις που πάλευαν μέσα του. Καλό ή κακό; Ψυχή ή σάρκα; Εβραίος ή μη-Εβραίος; Το κακό με μένα είναι ότι μπορεί να είμαι ο ίδιος ο αφηγητής –από τα μάτια μου βλέπεις–, μπορεί η ίδια η ιστορία να διαδραματίζεται μόνο εκεί όπου βρίσκομαι εγώ, αλλά τελικά άλλος κλέβει την παράσταση. Γιατί εγώ είμαι ο ισορροπημένος της ιστορίας, αυτός που απλά παρατηρεί, έχει την περιέργεια να μάθει, να ψάξει, να σκαλίσει τα μυστήρια γύρω του.

Με λίγα λόγια, αν κάποιος καταφέρει ποτέ να γίνει διάσημος, αυτός θα είναι ο “Πικάσο”. Γιατί αυτός είναι που διχάζει, που δημιουργεί σε σένα, άγνωστε αναγνώστη, αντικρουόμενα συναισθήματα. Και αυτό ζητάς, αυτό έχεις ανάγκη. Τέτοιοι χαρακτήρες είναι που σε κάνουν κι αναπνέεις πιο ελεύθερα, έτσι δεν είναι; Ναι, θα το παραδεχτώ κι αυτό: αυτός ο από πάνω είχε μεγάλη έμπνευση όταν γεννούσε τον κύριο Κ. Και σίγουρα ήταν στις πολύ καλές του όταν έδινε πνοή στις νεαρές ενοίκους της βίλας.

Δεν ξέρω τι θα καταλάβεις και τι όχι καθώς θα διαβάζεις την ιστορία μας, αλλά κάν’ το! Έχουμε την ανάγκη να βρεθούμε πάλι εκεί. Και μιλάω εκ μέρους όλων εδώ…

Ίσως αυτή να ήταν και η μεγαλύτερη επιτυχία του δημιουργού μας: η λαχτάρα των χαρακτήρων να βιώσουν πάλι την ίδια ιστορία. Ξανά και ξανά και ξανά…

pk.

Κατηγορίες:Διάφορα κείμενα

Ξέρω το θάνατό σου

Δεκέμβριος 8, 2011 Σχολιάστε

Ήταν αρκετός ο κόσμος που γνώριζε το μυστικό του Τζακ. Όχι πολύς, αλλά αρκετός. Ο ίδιος άλλωστε είχε αφήσει να του ξεφύγουν κάποιες πληροφορίες γι’ αυτό, έπρεπε να μαθευτεί για να το εκμεταλλευτεί. Και του ξέφευγαν σε συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων. Λογικό, δεν θα μπορούσε να το γνωρίζουν όλοι, το πιο πιθανό ήταν να του κρεμούσαν κουδούνια.

Σ’ αυτόν, λοιπόν, τον συγκεκριμένο κύκλο είχε επαληθευτεί τρεις φορές το “χάρισμά” του. Και τώρα κάποιοι τον κυνηγούσαν για να μάθουν, είχαν ανάγκη να μάθουν. Ο ίδιος το έπαιζε δύσκολος. Ήθελε να δημιουργηθεί ένας θρύλος γύρω απ’ το όνομά του, ένας θρύλος που θα κρατούσε για πολλά-πολλά χρόνια και θα τον έκανε πλούσιο. Ω ναι, θα τον έκανε πάμπλουτο.

Είχε στην κατοχή του μια κλεψύδρα. Ούτε καν ο  ίδιος δεν θυμόταν το πότε και πώς ήρθε στα χέρια του αυτό το πράγμα. Όχι ότι τον ένοιαζε· το μόνο που τον ένοιαζε ήταν το πώς θα την εκμεταλλευτεί. Γιατί, αν μη τι άλλο, θα μπορούσε να βγάλει πολύ χρήμα απ’ αυτήν.

 

Η κλεψύδρα αυτή λοιπόν δεν ήταν συνηθισμένη. Ο Τζακ είχε ανακαλύψει ότι είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Έπαιζε μ’ αυτήν από μικρός και του έκανε εντύπωση μια μέρα, όταν την είχε ακουμπήσει κοντά στη γάτα του –τον ασπρούλη–, για να κάνει το ζώο να παρατηρήσει την άμμο που θα πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Η άμμος άρχιζε να πέφτει πολύ γρήγορα στην αρχή, λες και είχε ανοίξει η δίοδος που την κατεύθυνε στον πάτο, και από κάποια στιγμή και μετά έπεφτε τρομερά αργά λες και η δίοδος αυτή έκλεισε απότομα. Όταν την έπιανε στα χέρια του, η κλεψύδρα λειτουργούσε κανονικά, όπως θα έπρεπε να γινόταν. Την τοποθετούσε πάνω σε τραπέζια, καρέκλες, στην τηλεόραση, και πάλι δεν είχε πρόβλημα. Το “πρόβλημα” το αποκτούσε όταν ήταν κοντά της ζωντανοί οργανισμοί. Εκεί η κλεψύδρα τρελαινόταν…

Το περιστατικό με το οποίο ο μικρός Τζακ κατάλαβε τι γινόταν με αυτό το αντικείμενο, συνέβη μια Παρασκευή ενός Απρίλη. Ο παππούς του ήταν στα τελευταία του, ψυχορραγούσε στο κρεβάτι. Ήθελε να πει δυο κουβέντες στον εγγονό του πριν φύγει απ’ τη ζωή κι έτσι η μαμά του Τζακ, τον πήγε κοντά του. Ο μικρός είχε και το “παιχνιδάκι” μαζί του, δεν μπορούσε να το αποχωριστεί, του είχε κινήσει για τα καλά την περιέργεια. Το έβαλε δίπλα απ’ το κεφάλι του παππού, στο κομοδίνο. Η άμμος άρχισε να τρέχει σε γοργούς ρυθμούς προς τα κάτω. Ο μικρός Τζακ την παρατηρούσε. Έτρεχε συνέχεια μέχρι που έφτασε να έχει ελάχιστη στο πάνω μέρος. Και εκεί σταμάτησε. Με λίγους κόκκους να απομένουν να πέσουν κάτω, ο Τζακ περίμενε να δει τι θα γίνει.

«Μικρέ… ακούς… αυτά… που σου λέω;» τον ρώτησε ο παππούς ενώ αγωνιζόταν να μιλήσει.

«Ναι», ήταν η απάντηση του ενώ περίμενε να δει τι θα γίνει τώρα που και ο τελευταίος κόκκος έπεφτε κάτω.

«Είναι… σημαντικά. Μην… τα ξεχάσεις», είπε ο παππούς και έσβησε ακριβώς την ώρα που ο τελευταίος αυτός κόκκος ακούμπησε τους υπόλοιπους που περίμεναν στον πάτο.

Το μάτι του μικρού Τζακ γυάλισε. Δεν είχε ακούσει τίποτα απ’ όσα του είχε πει ο παππούς του, αλλά έμαθε κάτι εξαιρετικά πιο σημαντικό. Η κλεψύδρα ήταν μαγική! Σύμφωνα μ’ αυτήν μπορούσες να μάθεις πόσος χρόνος απομένει για να συναντήσουν το τέλος τους τα ζωντανά πλάσματα.

Τρομερό! σκέφτηκε ο Τζακ ενώ γύρω του μαζευόταν κόσμος για να αποχαιρετήσει τον παππού.

 

Πέρασαν πολλά χρόνια από την ημέρα που άλλαξε η ζωή του Τζακ, και κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων ο ίδιος είχε ανακαλύψει πράγματα και θαύματα για την κλεψύδρα του. Όχι ό,τι είχε να κάνει με την προέλευση της, παρά για τον τρόπο που λειτουργούσε.

Αφού βρήκε ένα σύστημα για να μετράει με ακρίβεια όλους τους κόκκους που είχε μέσα, με διάφορους πειραματισμούς –που του πήραν πάρα πολύ καιρό!– κατάφερε ακόμα και να υπολογίζει τη σχέση του χρόνου με την άμμο της κλεψύδρας. Έτσι, μπορούσε πλέον να πει με ακρίβεια την ημερομηνία θανάτου του οποιουδήποτε θα περνούσε λίγα λεπτά κοντά σ’ αυτό το μαγικό πραγματάκι.

Δεν μίλησε ποτέ και σε κανέναν γι’ αυτό του το μυστικό. Ήξερε ότι αν θα το έκανε, θα ήταν πολλοί αυτοί που θα ήθελαν να έχουν στην κατοχή τους αυτό το θαύμα για να το εκμεταλλευτούν. Και ο Τζακ δεν ήθελε να το εκμεταλλευτεί κανένας πέρα απ’ αυτόν.

Όλα αυτά τα χρόνια κάθισε επίσης και διάβασε ένα μεγάλο αριθμό από βιβλία σχετικά με μαγεία, αποκρυφισμό, μετά θάνατον ζωή και διάφορα άλλα· όχι επειδή τον ενδιέφεραν αυτά τα θέματα, όχι. Τα διάβασε μόνο και μόνο για να τον βοηθήσουν να βρει το ύφος του γκουρού που χρειαζόταν για να ανοίξει ένα “γραφείο”, όπου οι εκλεκτοί πελάτες του θα μπορούσαν να μάθουν την ημερομηνία θανάτου τους.

Έφτιαξε λοιπόν, στον κάτω όροφο του σπιτιού του, ένα δωμάτιο στα πρότυπα των χώρων που χρησιμοποιούν τα μέντιουμ και το στόλισε με βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία για να δώσει λίγο κύρος παραπάνω. Την κλεψύδρα του την έβαλε ως “διακοσμητικό στοιχείο” κάπου ψηλά για να μην την πειράζουν οι πελάτες, αλλά όχι πολύ μακριά απ’ αυτούς, για να μπορεί να κάνει σωστά τη δουλειά της. Και ενώ θα μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να έχει το αποτέλεσμα που θέλει για να κάτσει μετά να το μελετήσει και να βγάλει την ακριβή ημερομηνία θανάτου, κρατούσε τον κάθε πελάτη κάτι παραπάνω από μία ώρα, κάνοντας ερωτήσεις για τη ζωή του, ερωτήσεις που δεν χρειάζονταν να γίνουν, αλλά τις έκανε για να γεμίζει τον χρόνο και να δικαιολογεί, κατά κάποιο τρόπο, τα τριάντα πέντε χιλιάρικα που έπαιρνε ως αμοιβή από κάθε επίσκεψη, η οποία συνεπαγόταν και γνώση του πελάτη για το τέλος του. Θάνατος σε τιμή ευκαιρίας.

 

Ύστερα από κάποια χρόνια, ο λογαριασμός του είχε φουσκώσει για τα καλά. Ο Τζακ είχε πετύχει τον σκοπό του, ήταν πάμπλουτος, χάρη σε ένα τόσο δα πραγματάκι. Συναντούσε, όμως, κάθε μέρα δυσκολίες. Οι άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες του, ένας-ένας, έρχονταν και τον κατηγορούσαν ότι τους κατέστρεψε τη ζωή.

«Δεν αντέχεται μια ζωή με ημερομηνία λήξης την οποία πρέπει να γνωρίζω!» του είχε ουρλιάξει κάποτε ένας απ’ αυτούς. «Θέλω να φύγω μια ώρα αρχύτερα και δεν μπορώ! Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν αντέχεται!»

Εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, σκεφτόταν ο Τζακ, οι ίδιοι έρχονται σε μένα, αυτοί θέλουν να μάθουν την αλήθεια.

Και, πραγματικά, η κλεψύδρα έλεγε την απόλυτη αλήθεια, λειτουργούσε άψογα και δεν έπεφτε ούτε μια μέρα έξω. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ο (μελλοθάνατος) πελάτης του Τζακ θα πέθαινε ακριβώς όταν το “αποφάσιζε” αυτό το μικρό αντικείμενο.

Τι ανόητοι που είναι οι άνθρωποι… σκεφτόταν πάλι ο Τζακ. Νομίζουν ότι θα ζουν αιώνια, δεν μπορούν να συλλάβουν ότι κάποτε, έτσι κι αλλιώς, θα τελειώσουν. Αλλά τέτοια είναι η ανθρώπινη φύση, αισιόδοξη, πάντα προσμένει το καλύτερο, το αιώνιο. Πάλι καλά που δεν μπορεί να κάνει τα “κόλπα” της σε μένα. Ίσως να με τρέλαινε όπως αυτούς…

 

Τα χρόνια κυλούσαν, η πελατεία του Τζακ όλο και αυξανόταν –πάντα, όμως, κινούνταν σε ένα συγκεκριμένο κύκλο ανθρώπων–, ο λογαριασμός του φούσκωνε όλο και πιο πολύ, ο ίδιος είχε γίνει ένας θρύλος.

Κάποτε χρησιμοποιούσε και ένα σημειωματάριο σχετικά με το πόσοι άνθρωποι έρχονταν για να μάθουν και ποιος ο αριθμός επαλήθευσης, όσον αφορούσε αυτό που προέβλεπε το εργαλείο του. Από τη στιγμή, όμως, που είχε απόλυτη επιτυχία, έπαψε να σημειώνει.

Οι άνθρωποι έρχονταν και παρέρχονταν. Ζητούσαν να μάθουν το θάνατό τους. Τον μάθαιναν. Έφευγαν. Ύστερα, έρχονταν τα παιδιά τους, τα εγγόνιά τους, τα δισέγγονά τους. Μάθαιναν κι αυτά το τέλος. Και το τέλος ερχόταν· πάντα στην ώρα του. Ο Τζακ –ο κύριος Τζακ πια– συνέχιζε το έργο του. Και περνούσαν δεκαετίες, αιώνες ολόκληροι…

Μόνο αμυδρά και, κάποιες φορές, μέσα στα όνειρά του, ξετρύπωνε ένας ψίθυρος του παππού του, που περισσότερο είχε εντυπωθεί στο υποσυνείδητό του –και δεν του έδινε και πολλή σημασία–, σαν μια μακρινή φωνή από το ξεχασμένο παρελθόν: «Στην αποθηκούλα έχω το δρεπάνι…»

pk.

Κατηγορίες:Διηγήματα

Μια υπέροχα ξεχωριστή μέρα

Δεκέμβριος 2, 2011 Σχολιάστε

Η ώρα ήταν δώδεκα πάρα είκοσι. Έξω έβρεχε συνεχόμενα και στρωτά. Από το πρωί δεν είχε σταματήσει καθόλου. Αυτός ο Γενάρης είχε πολλή βροχή και τώρα, στα τέλη του, δεν υπήρχε μέρα που να μην έριχνε. Το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη μύριζε νοτισμένο χώμα, η ατμόσφαιρα –όταν κάποιες στιγμές σταματούσε η βροχή– ήταν λες και κάποιος την καθάρισε με ένα “περιβαλλοντικό σφουγγάρι”. Καθαρή και φρέσκια.

Ο Πέτρος ήταν στο εργαστήριό του, και μπορεί να μην άκουγε το νερό που έπεφτε –σχεδόν πάντα είχε θορύβους εκεί μέσα, πότε κάποιο μηχάνημα, πότε το να κοπανάει με το σφυρί–, αλλά είχε ανοιχτή την πόρτα και τα δύο παράθυρα και όποτε έπαιρνε καμιά ανάσα, εκεί πήγαινε το μάτι του. Ήθελε να είναι σε επαφή με το υγρό στοιχείο, τον αναζωογονούσε με κάποιο τρόπο.

Τώρα είχε στα χέρια του το τριβείο και το χρησιμοποιούσε σε ένα μεγάλο τέμπλο. Η σκόνη που είχε μέσα το εργαστήριο έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Ο Πέτρος φορούσε την προστατευτική του μάσκα, αλλά μάλλον θα μπορούσε να κάνει και χωρίς αυτήν, μιας και είχε συνηθίσει πλέον αυτές τις καταστάσεις.

Τα τελευταία χρόνια είχε πολλή δουλειά. Παρότι η ξυλογλυπτική δεν ήταν και το πιο περιζήτητο επάγγελμα εν έτει 2009, ο Πέτρος ήταν ο μοναδικός που έκανε αυτήν την εργασία πάνω στο νησί, και το ίδιο το νησί είχε πολλά αρχοντικά σπίτια, μεγάλες εκκλησίες, ακόμα και μεγάλα ξύλινα πλοία διακοσμημένα με ακρόπρωρα, και για όλα αυτά χρειαζόταν η τέχνη του για να συντηρηθούν ή να ανανεωθούν.

Το τέμπλο που επεξεργαζόταν τώρα, καθώς και κάποια άλλα που είχε ήδη ετοιμάσει και ορισμένα με τα οποία θα καταπιανόταν αργότερα, ήταν παραγγελία της ενορίας του –του αγίου Νικολάου, μια μεγάλη εκκλησία που βρισκόταν στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού–, της οποίας η επιτροπή είχε αποφασίσει να κάνει μια γερή ανακαίνιση. Οι πιστοί ενορίτες θα έβαζαν τον όβολό τους, σε έρανο που θα έκανε η εκκλησία, για να τους έχει ο θεός καλά…

Ο Πέτρος δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με την εκκλησία και τους παπάδες. Ήταν τέτοια όμως η δουλειά του που αναγκαστικά θα ερχόταν κάποιες φορές σε επαφή μαζί τους, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Και, ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να κάνει και πολύ καλύτερη τιμή. Όχι ότι ήθελε να το κάνει –ήξερε τι λεφτά μπορεί να έχει αποθηκευμένα μια εκκλησία– αλλά έχε χάρη που του το ζήτησε η γυναίκα του. Και σ’ αυτήν δεν μπορούσε να χαλάσει χατίρι. Αυτή ήταν που τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του επαγγελματικά και απέναντι στην κοινωνία, όταν σε δύσκολες εποχές, όχι απλά έκανε υπομονή και ήταν συνέχεια στο πλευρό του ό,τι κι αν χρειαζόταν, αλλά του έδινε και τη δύναμη να συνεχίσει, όντας απόλυτα πεπεισμένη ότι κάποια στιγμή θα τα κατάφερνε.

Η ώρα πήγε δώδεκα και η γυναίκα του Πέτρου, συνεπής στο ραντεβού της, του έφερνε το κολατσιό του – ντομάτα, τυρί, λίγες τηγανιτές πατάτες, αυγά, ψωμί και κάποιες ελιές. Σαν από ένστικτο ο Πέτρος σταμάτησε να εργάζεται λίγο πριν η Κάτια μπει στο μαγαζί.

«Καλώς το κορίτσι μου!» της είπε.

Αυτή χαμογέλασε και ακούμπησε τα ταπεράκια με τα φαγώσιμα στον μεγάλο ξύλινο πάγκο που βρισκόταν στη μέση του εργαστηρίου. «Τι κάνεις αγάπη μου;» τον ρώτησε και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Αμέσως, όμως, πήγε και κάθισε λίγο έξω από την πόρτα μέχρι να καθαρίσει η ατμόσφαιρα απ’ τη σκόνη.

«Καλά είμαι. Δουλεύω τα τέμπλα του αγίου Νικολάου. Έλα να δεις αυτά που έχω τελειώσει. Δεν στα έχω δείξει, έτσι δεν είναι;»

«Όχι».

Την πήγε στο δίπλα δωμάτιο του εργαστηρίου. Εκεί μέσα αποθήκευε ό,τι είχε τελειώσει. Μπορούσε να δει κανείς ξύλινα γλυπτά με γυναικείες φιγούρες, πουλιά, γοργόνες, λουλούδια, περίτεχνα φτιαγμένα μπαστούνια για περιπάτους, όμορφα έπιπλα, γκλίτσες, επιτραπέζια οικιακά σκεύη διακοσμημένα στην εντέλεια, χριστουγεννιάτικες φάτνες, μέχρι και έναν επιτάφιο, καθώς και πολλά άλλα έργα τέχνης που ο Πέτρος φρόντιζε με τρυφερότητα και αφοσίωση. Της έδειξε τα τέμπλα που είχε φτιάξει πρόσφατα. Οι παραστάσεις από αγγέλους, τα λουλούδια και η θάλασσα ήταν αυτά που διακρίνονταν μεγαλειωδώς! Οι λεπτομέρειες των παραστάσεων σου έκοβαν την ανάσα. Μια προσεγμένη και δοσμένη με μεράκι δουλειά. Ακριβώς δηλαδή όπως δούλευε πάντα ο Πέτρος. Γιατί μπορεί να εργαζόταν υπερβολικά πολλές ώρες τη μέρα, αλλά έκανε κάτι που έδινε όλο του τον εαυτό. Αυτός ήταν τα έργα του!

«Μωρό μου, είσαι απίστευτος! Είναι πολύ όμορφο!» του είπε.

Αυτός χαμογέλασε. Θυμήθηκε τις άπειρες ώρες που είχε περάσει πλανίζοντας, τρίβοντας, σκαλίζοντας το κάθε δημιούργημά του. Αγαπούσε αυτό που έκανε και δεν γινόταν να κάνει τίποτε λιγότερο από το να δίνει όλο του το είναι.

«Πώς γίνεται, όμως, να αποδώσεις κάτι τόσο μεταφυσικό με τέτοια απλότητα και ομορφιά;» ρώτησε η Κάτια που δεν είχε προσέξει καν την έκφραση του άντρα της. «Εμένα μου προκαλεί δέος όλο αυτό, με πιάνει θρησκευτική κατάνυξη και μόνο που το βλέπω. Πώς το κάνεις; Εσύ που έχεις να πατήσεις στην εκκλησία… – πόσο καιρό;»

«Από τότε που βαφτίστηκα», της είπε και γέλασε. «Αλλά, πέρα απ’ την πλάκα, το πώς γίνεται να αποδοθεί κάτι όμορφα στο έργο κάποιου, έχει να κάνει με την πηγή έμπνευσής του. Και για μένα αυτή η πηγή έμπνευσης είναι ο άνθρωπος μου. Εσύ είσαι η Εκκλησία μου, εξαιτίας σου μπορεί να προκαλέσει δέος ή θαυμασμό αυτό που θα φτιάξω. Είσαι το κλικ πάνω απ’ την τέχνη. Αυτό που κάποιος θα δει φευγαλέα και θα στρωθεί να το αποτυπώσει στο έργο του. Ένα ανεκτίμητο δώρο για οποιονδήποτε του δοθεί».

Η Κάτια κοκκίνισε αμέσως. Πάντα κοκκίνιζε όταν της μιλούσε έτσι ο Πέτρος. Κι ας ήταν μαζί πάνω από δέκα χρόνια συνολικά. Και ο Πέτρος το λάτρευε αυτό πάνω της. Είχε μείνει ένα κοριτσάκι, όπως από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε. Αν υπήρχε θεός για τον ίδιο, ήταν εκεί, μπροστά του…

«Πάω να πάρω τη μικρή, σε λίγο σχολάει», του είπε. «Θα φάμε μαζί το μεσημέρι;»

«Ναι. Περάστε από ‘δω να σας πάω εγώ σπίτι. Θα έρθω να ξεκουραστώ λίγο και θα συνεχίσω τη δουλειά μου αργότερα».

Έτσι, η Κάτια έφυγε και πήγε να πάρει την εξάχρονη κόρη τους, τη Χριστίνα, από το Δημοτικό.

Όταν, όλοι μαζί πια, επέστρεψαν στο σπίτι, η Κάτια έστρωσε το τραπέζι. Είχε φτιάξει μοσχάρι γιουβέτσι. Ο Πέτρος και η κόρη του κοιτάχτηκαν και ξερογλείφτηκαν. Από τα αγαπημένα τους φαγητά! Θα έτριβαν και λίγο τυράκι να ρίξουν και μαζί με τη σαλάτα, θα γέμιζαν ευχάριστα τα στομάχια τους. Ο Πέτρος είχε ήδη ανάψει το τζάκι στο καθιστικό· θα πήγαινε μετά να περάσει λίγες στιγμές ξεκούρασης, μέχρι να επιστρέψει στο εργαστήριό του.

Αφού έφαγαν, η μικρή Χριστίνα πήγε στο δωμάτιο της να κοιμηθεί και το ζευγάρι κατευθύνθηκε στο καθιστικό. Ήταν η ώρα που θα έκαναν έρωτα. Τώρα και το βράδυ που θα κοιμόταν πάλι η μικρή. Αυτό το πρόγραμμα κρατούσε πολύ καιρό τώρα. Και λες κι εκείνες τις δύο στιγμές της ημέρας χτυπούσε το σεξουαλικό τους ξυπνητήρι, φλέγονταν και οι δύο από επιθυμία. Έγδυνε με μανία ο ένας τον άλλον και γίνονταν ένα μέχρι να αποτελειωθούν, μέχρι να στραγγίξουν. Τα γυμνά τους κορμιά, κολλημένα μεταξύ τους, τους έκαναν να τρέμουν από λαχτάρα, να θέλουν να νιώσουν τη διείσδυση εδώ και τώρα! Σαν να έκαναν σεξ για πρώτη φορά μεταξύ τους. Κάθε φορά – η πρώτη φορά.

«Σ’ αγαπάω», του ψιθύρισε η Κάτια, αφού ήδη είχαν κάνει έρωτα και είχαν ξυπνήσει από έναν σχεδόν λυτρωτικό ύπνο μισής ώρας.

Ο Πέτρος γύρισε προς το μέρος της και χαμογέλασε. «Είσαι η ίδια μου η ζωή», της είπε. Σηκώθηκε από τον καναπέ του καθιστικού για να κάνει ένα ντους και να πάει πίσω στη δουλειά.

 

Στο εργαστήριο, συνέχισε όλο το απόγευμα να ασχολείται με τα έργα του για την ανακαίνιση του αγίου Νικολάου. Πέρασαν και κάνα-δυο πελάτες να αφήσουν τις παραγγελίες τους και ο Πέτρος τους εξήγησε ότι θα έπρεπε να περιμένουν λίγο, θα τους είχε έτοιμους σε σχεδόν δύο εβδομάδες. Η τέχνη της ξυλογλυπτικής δεν απαιτούσε υπομονή μόνο από τον ίδιο τον τεχνίτη, μα και απ’ αυτούς στους οποίους θα κατέληγαν τα έργα του. Αυτό ήταν κάτι που ο Πέτρος το υπενθύμιζε σε οποιονδήποτε πελάτη βιαζόταν. Και συνήθως αυτοί τον καταλάβαιναν, περισσότερο λαβαίνοντας υπόψη το αποτέλεσμα που είχαν όσες δουλειές είχε τελειώσει.

Τον επισκέφτηκαν επίσης και τρεις φίλοι του, “η παλιοπαρέα”, όπως την έλεγαν μεταξύ τους. Αφού κάθισαν και τα είπαν λίγο, και αφού επεξεργάστηκαν –όπως έκαναν πάντα όταν πήγαιναν από ’κει– τη δουλειά του, ο Πέτρος τους έδιωξε ευγενικά, μιας και έτρεχε και δεν προλάβαινε, όπως είπε χαρακτηριστικά.

Κατά τις έξι και μισή το απόγευμα πέρασε η γυναίκα του με την κόρη του. Η βροχή είχε κόψει, αν και ακόμα έριχνε κάποιες ψιχάλες.

«Που πάνε τα κορίτσια μου;» ρώτησε ο Πέτρος, που παράτησε κατευθείαν τη δουλειά του. Καταπιανόταν με καινούργιες παραστάσεις αγγέλων πάνω στο τέμπλο. Δημιουργούσε τον δικό του “Κήπο της Εδέμ”, όπως τον είχε φανταστεί εκείνο το απόγευμα… Ακόμα και το ότι πριν λίγες ώρες έκανε έρωτα με την αγαπημένη του, αυτό είχε το ανάλογο αντίκτυπο στην ομορφιά του έργου του.

«Πάμε για ψώνια», απάντησε η μικρή Χριστίνα.

«Και τι θα ψωνίσετε πριγκηπέσα μου;»

«Θα πάρουμε ρούχα και… και… και γλυκά!»

«Μπράβο κοριτσάκι μου! Ματάκιά μου όμορφα εσύ!» είπε αυτός και της έδωσε ένα γλυκό φιλί. «Όταν τελειώσετε με τις δουλειές σας», είπε τώρα στην Κάτια, «περάστε από εδώ να πάμε όλοι μαζί σπίτι».

 

Στο σπίτι τους, το βραδάκι, όλη η κουζίνα μοσχοβολούσε από τα κουλουράκια που έφτιαξε η Κάτια με τη βοήθεια της Χριστίνας. Για βραδινό είχε κοτόσουπα. Ό,τι έπρεπε για μια κρύα νύχτα σαν κι αυτή. Η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει πάλι και δεν θα σταματούσε στιγμή όλη τη νύχτα.

Έφαγαν, βοήθησαν όλοι να μαζέψουν το τραπέζι και να πλύνουν τα πιάτα, και κάθισαν στο καθιστικό –με αναμμένο βέβαια το τζάκι– να δουν ένα παιδικό dvd που είχαν νοικιάσει η Κάτια με τη Χριστίνα όταν πήγαν για ψώνια.

Όταν τελείωσε το παιδικό, η μικρή Χριστίνα ήδη κοιμόταν. Η μαμά της την πήρε αγκαλιά και την πήγε στο δωμάτιο της. Είχαν φτάσει πάλι οι στιγμές που το ζευγάρι θα απολάμβανε ο ένας τον άλλον, που θα άφηναν τα ένστικτά τους ελεύθερα να ικανοποιήσουν τους σεξουαλικούς τους πόθους, εκμεταλλευόμενοι τα ξαναμμένα τους κορμιά.

Ύστερα από μια ώρα και κάτι γεμάτη πάθος και ένταση, μπήκαν και οι δύο στο ντους να αφήσουν το ζεστό νερό να καταλαγιάσει την κούρασή τους. Όταν βγήκαν από ’κει, πήγαν αγκαλιασμένοι στην κρεβατοκάμαρα.

«Σ’ αγαπάω», της είπε ο Πέτρος λίγο πριν κοιμηθούν.

«Είσαι η ίδια μου η ζωή», του είπε αυτή και έκλεισε τα μάτια.

Άλλη μια μέρα τελείωσε, σκέφτηκε ο Πέτρος. Αύριο ξανά απ’ την αρχή, πάλι τα ίδια. Άλλη μια υπέροχα ξεχωριστή μέρα με περιμένει λίγες ώρες μακριά από τώρα. Χαμογέλασε, είδε για άλλη μια φορά την ευτυχία του, ξεκουραζόταν κι αυτή για την επόμενη μοναδική μέρα. Η ζωή είναι εδώ, τώρα… σκέφτηκε. Έσβησε το φως του πορτατίφ και έκλεισε τα μάτια.

pk.

Κατηγορίες:Διηγήματα

Τζιμ & Λίντα

Νοέμβριος 28, 2011 Σχολιάστε

«Δεν μπορώ να την καταλάβω γιατρέ, αληθινά δεν μπορώ. Δεν το χωράει ο νους μου! Είμαστε μαζί απ’ το λύκειο, γεμάτοι όνειρα για το αύριο, για το κοινό μας αύριο! Και τώρα μου λέει ότι θέλει να φύγει στο εξωτερικό για κάποια ευκαιρία που της δίνεται από την εταιρία της και κολοκύθια τούμπανα! Και που είναι οι υποσχέσεις που δώσαμε για οικογένεια, για το μέλλον μας, για τη ζωή μας; Πώς μπορεί να τ’ αφήσει όλα αυτά πίσω, διάολε;» είπε ο Τζιμ, όσο ήταν ξαπλωμένος στην αναπαυτική πολυθρόνα, η οποία όμως δεν τον χαλάρωνε καθόλου.

«Τα αφήνει αληθινά πίσω όλα αυτά; Μήπως αυτή η ευκαιρία, είναι η ευκαιρία σας; Για το κοινό σας μέλλον, για τη ζωή σας;» τον ρώτησε ο γιατρός.

«Πώς γίνεται να υπάρξει κοινό μέλλον όταν θα είμαστε χώρια; Ξέρουμε πολύ καλά πώς καταλήγουν όλα αυτά, τα βλέπουμε γύρω μας συνέχεια. Στην αρχή όλοι λένε ότι δεν θα χωρίσουν ποτέ, άσχετα με την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα τους. Σιγά-σιγά, όμως, ο χρόνος κάνει τη δουλειά του: η εικόνα του άλλου ξεθωριάζει και, αργά αλλά σταθερά, τα πράγματα δεν μένουν πια όπως έχουν. Όταν δεν έχεις δίπλα σου τον άλλον, μέχρι και τα συναισθήματα μπορούν να αλλοιωθούν».

«Υπάρχουν και αυτοί που πιστεύουν ότι η απόσταση μπορεί να δυναμώσει τη σχέση, μπορεί να της δώσει στέρεες βάσεις για το μέλλον. Όταν ξεπερνιούνται προβλήματα “εξ’ αποστάσεως”, τότε όλα τα προβλήματα μπορούν να ξεπεραστούν».

«Γιατρέ, κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να ξεπεραστεί εξ’ αποστάσεως. Το πρόβλημα ήδη αρχίζει όταν ο ένας απ’ τους δύο θέλει να αποχωριστεί τον άλλον, δεν νομίζεις; Δεν λέω, καλή η καριέρα, αλλά να θυσιάσει την αγάπη γι’ αυτήν; Μπορούμε να τα καταφέρουμε οι δυο μας, το έχουμε αποδείξει στο παρελθόν, δεν χρειάζεται αυτή η “επαγγελματική ευκαιρία” για να τα βγάλουμε πέρα. Το μόνο που κάνει είναι να μπαίνει ανάμεσα μας».

«Αυτό που βλέπεις εσύ ως εμπόδιο, ο άλλος μπορεί να το βλέπει ως άνοιγμα μιας πόρτας. Μιας πόρτας που θα τον διευκολύνει στο δρόμο του, στο δρόμο σας».

«Με λίγα λόγια», είπε ο Τζιμ, «στο δίλλημα καριέρα ή έρωτας, πετάμε στα σκουπίδια τον δεύτερο για να υπηρετήσουμε την πρώτη. Τι ωραίο, τι ρομαντικό! Λες και συμβαίνει κάθε μέρα να βρίσκουμε έναν άνθρωπο που μπορούμε να εμπιστευτούμε, που μπορούμε να αγαπήσουμε». Κοίταξε κάτω και ένιωσε απεγνωσμένος. «Πώς υποβαθμίστηκε έτσι η αγάπη ρε γαμώτο;» ρώτησε σαν να απευθυνόταν στον ίδιο του τον εαυτό με παράπονο που δεν το κατάλαβε πιο νωρίς.

«Και η ευκαιρία για καριέρα παρουσιάζεται κάθε μέρα Τζιμ;» τον ρώτησε ο γιατρός. «Έχεις ρωτήσει την Λίντα αν και από πότε περίμενε μια τέτοια στιγμή; Τι σημαίνει όλο αυτό για τη ζωή της;»

«Εγώ τι σημαίνω για τη ζωή της;»

«Εγώ, εγώ, εγώ… Όταν αγαπάμε, νοιαζόμαστε περισσότερο για το εσύ παρά για το εγώ, έτσι δεν είναι; Δεν θέλω να το παίξω ο δικηγόρος του διαβόλου, Τζιμ, προσπαθώ να σου δώσω να καταλάβεις ότι υπάρχει και μια άλλη οπτική που –ναι!– έχει κι αυτή τη λογική της».

«Δεν ξέρω γιατρέ, δεν ξέρω. Μπορεί σε έναν τρίτο σαν εσένα, σε έναν “παρατηρητή”, να είναι λογικό να το σκέφτεται έτσι. Μπορεί να βγαίνει νόημα αν σκεφτείς ότι ο άλλος θέλει την ευκαιρία του να κάνει κάτι καλύτερο στην επαγγελματική του ζωή, να πάει όσο πιο ψηλά μπορεί. Αλλά όλα αυτά φαίνονται λογικά μόνο σε όποιον είναι έξω απ’ το χορό. Γιατί εδώ μιλάμε για σχέση, για συνύπαρξη, για αγάπη. Πως είναι δυνατόν όλα αυτά να είναι μικρότερα από μια οποιαδήποτε ευκαιρία καριέρας, γαμώτο;»

«Εδώ όμως μιλάμε και για όνειρα. Ίσως να πρέπει να δώσεις μια ευκαιρία στο όνειρο της αγαπημένης σου. Μην το βλέπεις ως καριέρα αν δεν σε βολεύει έτσι. Σκέψου το σαν εξέλιξη, σαν πρόοδο που μπορεί να κάνει τον οποιονδήποτε καλύτερο, την ευνοϊκή περίσταση που ζητούσε κανείς για να δείξει τι αξίζει, ποιες είναι οι δυνατότητες του· όλα αυτά είναι αγνά, όμορφα και θέλουν υποστήριξη Τζίμι», είπε ο γιατρός που σπανίως έλεγε Τζίμι τον Τζιμ –το έκανε μόνο σε στιγμές που ήθελε να δείξει τη συμπάθεια του–, και συνέχισε: «Ο χρόνος μας, όμως, τελείωσε. Σκέψου όσα συζητήσαμε, βγάλε μια άκρη και προσπάθησε να βρεις τη χρυσή τομή στο δίλλημά σου. Άλλωστε, το ξέρεις: η αγάπη απαιτεί θυσίες. Ίσως αυτό να είναι που θα δέσει για τα καλά τη σχέση σας, ίσως αυτή η δοκιμασία να είναι και η πιο ισχυρή για να θέσει πιο ανθεκτικές βάσεις για το αύριο. Και μην ξεχνάς: όλα μπορούν να λυθούν».

 

«Νιώθω ότι δεν με ακούει γιατρέ μου», είπε η Λίντα, «δεν με ακούει. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι όλο αυτό θα γίνει για το καλό μας. Φοβάμαι ότι το βλέπει εγωιστικά: η κοπέλα του να βγάζει παραπάνω χρήματα από τον ίδιο. Και τι έγινε δηλαδή; Γιατί δεν μπορεί να ζήσει μ’ αυτό; Γιατί να είναι κακό, όταν σε ένα ζευγάρι, η καριέρα του ενός παίρνει την πάνω βόλτα; Γιατί να μην καταλαβαίνει ότι αυτό, από μόνο του, μόνο καλό μπορεί να κάνει στη σχέση μας; Δεν μπορώ να καταλάβω…»

Ο γιατρός είδε τη Λίντα σκεφτική μετά απ’ αυτές τις ερωτήσεις και την άφησε για λίγο μόνη με τον εαυτό της. Ύστερα την ρώτησε: «Έχεις σκεφτεί ότι μπορεί ο Τζιμ να μην αντέχει μακριά σου; Μπορεί να σε έχει ανάγκη, όχι μόνο επειδή σε αγαπάει και είναι ερωτευμένος μαζί σου, αλλά και για να μπορεί να τα καταφέρει με όλες τις υποχρεώσεις του – επαγγελματικές, κοινωνικές κτλ. Υπάρχουν πολλοί άντρες σε τέτοια κατάσταση».

«Αυτό, όμως, δεν είναι λίγο άδικο για μένα; Να γίνομαι το δεκανίκι κάποιου για να μπορέσει να πάει μπροστά, με το να θυσιάζω τη δική μου εξελικτική πορεία. Δεν είναι λίγο άδικο αυτό γιατρέ μου; Πώς θα του το συγχωρήσω αυτό αργότερα – όταν θα είναι ήδη πολύ αργά;»

«Γιατί δεν βλέπεις εσένα και τον Τζιμ ως ένα και το αυτό; Γιατί βάζεις τα σου και τα μου και τα του, όταν κανονικά θα έπρεπε να μιλάς για μας; Μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο αδικείς εσύ τον άντρα που είναι μαζί σου όλα αυτά τα χρόνια; Τον άντρα που, όπως η ίδια μου έχεις πει, αγαπάς όσο τίποτα άλλο στον κόσμο;»

 «Και βέβαια τον αγαπάω! Θα μπορούσα να πεθάνω γι’ αυτόν. Είναι ο άντρας της ζωής μου. Αλλά είναι και η ζωή μου –η ζωή μας– στη μέση. Σίγουρα, όλο αυτό το κάνω για να απογειωθεί η καριέρα μου, αλλά και για έναν ακόμα, πιο σημαντικό, λόγο: για να μπορέσουμε, ως ζευγάρι, να τα καταφέρουμε καλύτερα στο μέλλον. Για να μπορούν αύριο τα παιδιά μας να μεγαλώσουν πιο άνετα απ’ ό,τι μεγαλώσαμε εμείς. Σκέφτομαι λάθος γιατρέ μου; Δεν έχουν λογική αυτά που λέω;»

«Λίντα μου», είπε ο γιατρός που σπάνια γινόταν τόσο φιλικός απέναντι σε ασθενείς, ώστε να βάζει και το μου μετά το όνομα τους –πράγμα που έκανε κατά κόρον η ίδια η Λίντα–, «εγώ δεν είμαι εδώ για να κρίνω τι είναι λάθος και τι όχι. Εγώ είμαι εδώ για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου ή, να το θέσω ακόμα καλύτερα, για να βλέπουμε τα θέματα από διάφορες οπτικές γωνίες και όχι μόνο από μία: τη δική σου».

«Ναι, αλλά δεν μπορεί να μην υπάρχει και κάποια κοινή λογική στο όλο θέμα. Δεν είναι όλα σωστά. Κάποιος κάνει λάθος και κάποιος όχι».

«Δεν γίνεται πάντα έτσι· πολλές φορές –αμέτρητες!– μπορεί να έχουμε δίκιο και οι δύο και απλά να πρέπει να βρούμε κοινό δρόμο να προχωρήσουμε, αυτό είναι και το ζητούμενο συνήθως».

«Ένα κι ένα κάνουν δύο γιατρέ μου. Δουλεύουμε για ένα καλύτερο μέλλον, κοινό μέλλον. Είμαστε μαζί και κυνηγάμε, ο καθένας απ’ την πλευρά του, καλύτερες συνθήκες ζωής. Αν πάψουμε να το κάνουμε αυτό, είμαστε χαμένοι από χέρι». Η Λίντα μιλούσε με μια σιγουριά που δύσκολα κάποιος θα της άλλαζε γνώμη.

«Δεν φοβάσαι μήπως όταν αφοσιωθείς πλήρως σ’ αυτό το κυνήγι, ξεχαστείς και παραμελήσεις άλλα πράγματα που, όπως και να το κάνουμε, θέλουν κι αυτά προσπάθεια για να τα κερδίσεις ή να τα διατηρήσεις; Δεν σκέφτεσαι ότι υπάρχουν ίσως και σοβαρότερα ζητήματα που θέλουν δουλειά; Η οικειότητα, η συνύπαρξη, η καθημερινή προσπάθεια για να διατηρήσουμε μια σχέση σε σεβαστά επίπεδα, η ίδια η αγάπη Λίντα μου, είναι καταστάσεις που απαιτούν από εμάς ένα μεγάλο ποσοστό της προσοχής και της δύναμης μας. Αν παραμελήσουμε κάποια για να αφοσιωθούμε σε έναν και μοναδικό σκοπό, τότε μάλλον τα πράγματα θα δυσκολέψουν αρκετά». Ο γιατρός κοίταξε τη Λίντα που τον κοιτούσε με προσοχή και κάπως παράξενα, σαν να μην καταλάβαινε πολλά απ’ αυτά που της έλεγε ο ίδιος. Ύστερα από λίγο, συνέχισε: «Χρειάζεται να βρεθεί μια μέση λύση, ένας κοινός δρόμος. Όλα αυτά, όμως, είναι πολύπλοκα ζητήματα και δεν λύνονται με μία και μόνο συζήτηση. Άλλωστε ο χρόνος μας τέλειωσε. Σκέψου όλα αυτά που είπαμε για την επόμενη φορά. Και μην ξεχνάς: όλα μπορούν να λυθούν».

 

Ο γιατρός άνοιξε το σημειωματάριο που είχε για τα συμπεράσματα του με τις συζητήσεις των ασθενών του και έγραψε:

Άραγε μπορούν να λυθούν όλα τελικά; Τι διαλέγουμε σε ένα τέτοιο δίλλημα; Δουλειά ή έρωτας; Αγάπη ή καριέρα; Τι συμβουλή να δώσεις σε δύο ανθρώπους που έχουν δίκιο και οι δύο από την πλευρά τους; Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση, με την οποία για να βγάλουμε ένα τελικό συμπέρασμα του ποιος έχει δίκιο τελικά, πρέπει είτε να τη δούμε συναισθηματικά είτε ρεαλιστικά. Έλα όμως που αναγκαστικά πρέπει να τη δεις και από τις δύο αυτές πλευρές.

Μέση λύση – χρυσή τομή – κοινός δρόμος. Όλα αυτά, γιατρέ, καλά ακούγονται στη θεωρία, αλλά πώς μπορείς να τα εφαρμόσεις στην καθημερινότητα; Τι να παραμελήσεις και που να επικεντρωθείς; Σίγουρα, στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει κάτι για να ικανοποιηθούν και οι δύο από την πλευρά τους, αλλά τι; Τι είναι αυτό που δεν θα σβήσει το συναίσθημα, την οικειότητα (αυτόν τον κώδικα συνύπαρξης) –γιατί, δυστυχώς, έτσι θα γίνει εξαιτίας της απόστασης–, ούτε θα αναγκάσει τον έναν απ’ τους δύο να παρατήσει τα όνειρά του;

Είναι άδικο για τον Τζιμ να καταπιέσει τα συναισθήματά του. Είναι άδικο να αρχίσει να δημιουργείται μέσα του ένας φόβος ότι με το χρόνο θα χάσει την αγαπημένη του, ότι θα χάσει την ευκαιρία να ζήσει μαζί με τη γυναίκα που αγαπάει, ότι η απόσταση θα “ροκανίσει” τα συναισθήματα. Είναι άδικο να μη δώσουμε μια ευκαιρία στην αγάπη.

Είναι άδικο για τη Λίντα να στερηθεί μια τεράστια ευκαιρία στην επαγγελματική της καριέρα, να στερηθεί τη γνώση τού που μπορεί να φτάσει. Είναι άδικο να μην είσαι δίπλα της σε κάτι τόσο μεγάλο αλλά, αντιθέτως, να στέκεσαι απέναντι της με στιλ “ή αυτό ή εγώ”. Πώς αλλιώς θα μάθει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ίδια η αγάπη;

Τελικά, δεν μπορώ να καταλάβω ποιος το βλέπει ρεαλιστικά και ποιος συναισθηματικά. Η αγάπη για τη δουλειά και ότι θέλει δουλειά η αγάπη είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορώ να βγάλω απ’ αυτήν την πολύπλοκη ανθρώπινη σχέση.

Δεν ξέρω, τελικά, αν υπάρχει χρυσή τομή ή αν πρέπει, απλά, να διαλέξει ο καθένας το δρόμο του. Δεν ξέρω αν όλα μπορούν να λυθούν. Το μόνο που ξέρω είναι ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολυδιάστατες και αυτό, μπορεί από τη μια να δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα, αλλά, από την άλλη, τις κάνει πιο όμορφες, πιο ενδιαφέρουσες, πιο ανθρώπινες… Και μόνο να τις παρατηρείς και να γίνεσαι, κατά κάποιο τρόπο, μέρος τους – και μόνο αυτό είναι άκρως γοητευτικό…

Έκλεισε το σημειωματάριο, έκατσε –σχεδόν ξάπλωσε– στην πολυθρόνα του και άναψε ένα μεγάλο πούρο για να καπνίσει.

pk.

Κατηγορίες:Διηγήματα

Μαζί

Νοέμβριος 25, 2011 Σχολιάστε

Ο ήχος της πέτρας όταν προσκρούει στα βότσαλα. Τόσο μοναχικός σε μια άδεια παραλία το χειμώνα. Η σκοτεινή, μυστηριώδης θάλασσα, ειδικά τα απογεύματα. Λες και κατάπιε την καλοκαιρινή, χαρούμενη διάθεση, και τη μετέτρεψε σε κάτι μουντό κι επιφυλακτικό. Λες και το καλοκαίρι δεν υπήρξε ποτέ. Δεν θα έπρεπε να υπάρχει χρόνος, είναι άδικο. Είναι ανίκητος, ισοπεδωτικός, αμείλικτος· δεν λογαριάζει τίποτα στο πέρασμα του και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να του αντισταθείς.

Έτσι κι εγώ, βρίσκομαι τώρα μόνος μου να κόβω βόλτες στις άδειες παραλίες, στο τίποτα, στο κενό. Βρίσκομαι εδώ, να αναλογίζομαι, για μια ακόμη φορά, πόσο όμορφα θα ήταν να είχε σταματήσει ο χρόνος τότε, όταν ήμουν ακόμα μαζί με την Ειρήνη μου, όταν όλα ήταν μια χαρά, όταν η ευτυχία ήμουν εγώ – εμείς. Να μην είχε κυλήσει ούτε δευτερόλεπτο από εκείνες τις εξαίσιες βραδιές μας.

 

Όπως τότε, εγώ και η Ειρήνη σε ένα μπαρ στο κέντρο της πόλης. Πολύς κόσμος γύρω μας αλλά εμείς είχαμε μάτια μόνο ο ένας για τον άλλον, μόνο εμείς υπήρχαμε στον κόσμο. Εκείνη τη βραδιά είχε μεθύσει –μια από τις σπάνιες φορές– πίνοντας δύο ποτήρια τζιν-τόνικ· δεν άντεχε παραπάνω. Χαιρόμουν να τη βλέπω έτσι: να γελάει, να παίρνει αστείες γκριμάτσες, να μου μιλάει με αλλαγμένη τη φωνή της, κάτι που της το προξενούσε το –έστω και λίγο– αλκοόλ, να μ’ αγκαλιάζει· ω, πόσο μου λείπει η αγκαλιά της!

«Πέτρο, μη μ’ αφήσεις να πιώ άλλο», είχε πει μετά από μια τέτοια αγκαλιά. «Θα μεθύσω και δεν θα ξέρω τι κάνω».

«Άρα μπορώ να σε εκμεταλλευτώ όπως θέλω», της απάντησα.

Πήρε άλλη μια αστεία, απορημένη γκριμάτσα, σαν να μην αναγνώριζε ότι μπροστά είχε τον αρραβωνιαστικό της, τον άντρα που θα παντρευόταν σε λίγο καιρό. «Δεν θα με εκμεταλλευτείς, μ’ αγαπάς».

«Και βέβαια σ’ αγαπάω!»

«Ναι!»

«Αλλά θα σε εκμεταλλευτώ…»

«Πέτρο!»

Όλο το βράδυ είχα σκάσει στα γέλια με την κατάσταση της. Η ευτυχία πλημμύριζε το χώρο γύρω μας. Υπήρχαν άνθρωποι που μας έβλεπαν και χαμογελούσαν, σαν να έπαιρναν κι αυτοί λίγη απ’ τη χαρά που ξεχείλιζε από μέσα μας. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι ζούσα μια μελλοντική ανάμνηση μου. Έβλεπα τον εαυτό μου στο μέλλον, να θυμάται, με ένα εξαιρετικά μεγάλο χαμόγελο, όλο αυτό. Ήταν μία από εκείνες τις βραδιές.

 

Τώρα δεν ξέρω πόσο θα ήθελα να το είχα συνειδητοποιήσει. Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερα να μην είχε μείνει στη μνήμη μου όλη αυτή η σκηνή. Παίρνω μια πέτρα και την πετάω μακριά, λες και μ’ αυτό τον τρόπο θα φύγει μακριά και η ίδια η ανάμνηση. Γιατί, διάολε, δεν μπορούσε να κολλήσει ο χρόνος σε εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα; Γιατί να μην μέναμε για πάντα σε εκείνο το μπαρ; Γιατί να μην έβλεπα για πάντα μπροστά μου εκείνη την αστεία, απορημένη γκριμάτσα; Γιατί, γιατί, γιατί… Χρόνε εχθρέ.

Βλέπω την άδεια παραλία μπροστά μου και σκέφτομαι την άδειά μου ζωή, τη μοναξιά μου. Ο άνθρωπος δεν έχει γεννηθεί για να ζει μόνος του, χρειάζεται να έχει πάντα κάποιον δίπλα του. Όσο δύσκολη και να είναι η συνύπαρξη, είναι ευλογημένη, δεν μπορούμε χωρίς αυτήν. Όλα αυτά μου περνάνε απ’ το μυαλό συνέχεια. Ξέρω ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι απαιτητικές, περίεργες, πολλές φορές ανυπόφορες. Αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με ένα χάδι, ένα άγγιγμα, μια αγκαλιά σε μια στιγμή αδυναμίας, σε μια στιγμή δύσκολη ή και όχι. Τίποτα δεν συγκρίνεται με το να νιώσεις ότι είσαι μαζί με έναν άλλον άνθρωπο. Μαζί.

 

Όπως εκείνο το βροχερό Κυριακάτικο πρωινό, που δεν μας έκανε η καρδιά να σηκωθούμε απ’ το κρεβάτι. Το είχαμε ξενυχτίσει κάνοντας έρωτα ξανά και ξανά και ξανά.

«Υποσχέσου μου ότι δεν θα μ’ αφήσεις ποτέ», μου είχε πει ενώ χαζεύαμε τη βροχή απ’ το παράθυρο.

Γύρισα, την κοίταξα, και τη φίλησα με πάθος. «Ποτέ αγάπη μου!»

«Θέλω να γεράσουμε μαζί, να είμαστε εβδομήντα-ογδόντα χρονών και να πηγαίνουμε βόλτες πιασμένοι απ’ το χέρι. Να είμαστε ευτυχισμένοι μόνο και μόνο επειδή θα έχουμε ο ένας τον άλλον. Σ’ αγαπάω», είπε και με αγκάλιασε, αφήνοντας το πυκνό, καστανό μαλλί της να αναπαύεται στο στήθος μου.

Μύρισα το κεφάλι της∙ κάθε φορά, δεν μπορούσα να αντισταθώ. Έπαιρνα βαθιές εισπνοές για να εισχωρήσει για τα καλά μέσα μου το άρωμα της. Τη φίλησα λίγο πιο πάνω απ’ το μέτωπο. «Κι εγώ σ’ αγαπάω μωρό μου».

«Θέλω να είμαστε για πάντα μαζί. Για πάντα! Δεν θα άντεχα ούτε στο θάνατο μακριά από σένα».

 

Και να ‘μαι τώρα εδώ, μόνος μου. Σε μια άδεια παραλία, σ’ έναν άδειο κόσμο. Με χειμώνα στην ψυχή μου. Όχι ογδόντα αλλά τριάντα χρονών. Που είσαι Ειρήνη; Γιατί με άφησες να τριγυρνάω μόνος μου; Γιατί δεν πιάνεις το χέρι μου να πάμε μαζί βόλτα; Γιατί, διάολε, γιατί; Δεν αντέχω άλλο μακριά σου, θέλω να έρθω να σε συναντήσω, θέλω να έρθω να σε βρω και να μείνουμε για πάντα μαζί. Πρέπει να έρθω να σε βρω, η ζωή χωρίς εσένα δεν είναι καν ζωή.

Η θάλασσα σκοτεινιάζει όλο και πιο πολύ, σαν την ίδια την ψυχική μου διάθεση. Κάθε στιγμή και λίγο χειρότερα. Βλέπω τη θάλασσα και είναι σαν να κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Η θάλασσα κι εγώ – ένα. Την ακούω να με καλεί, να φωνάζει το όνομα μου από μακριά. Ξανά και ξανά και ξανά. Πεέτροοο. Πέεετροοο. Κάνω ένα βήμα προς τα ‘κει. Κι ύστερα κι άλλο. Κι άλλο. Πέεετροο. Είναι αυτή! Είναι η Ειρήνη μου! Πεεέτροοο. Πρέπει να πάω να τη συναντήσω. Πρέπει να πάω να τη βρω. Πρέπει να μείνω για πάντα μαζί της.

«Ρε Πέτρο, που είσαι;»

Γυρνάω προς το μέρος της. Είναι αυτή! Αυτή! Την κοιτάω για λίγη ώρα, έπειτα τη θάλασσα, και μετά πάλι αυτή.

«Υποτίθεται ότι ήρθαμε μαζί στην παραλία να μαζέψουμε κοχύλια και με έχεις αφήσει μόνη μου να ψάχνω εκεί, κοντά στα βράχια, και εξαφανίζεσαι».

«Μα… Δεν…»

«Με έχεις παρατήσει στην πέρα άκρη της παραλίας και σε ψάχνω σαν χαζή. Και για όνομα του θεού, έχεις βρέξει τα παπούτσια σου, τραβήξου πιο μακριά από τη θάλασσα. Γιατί έφυγες από εκεί που ήμασταν;»

«Ήθελα να δω πώς είναι να είμαι μακριά σου», της λέω αφού συνήλθα κάπως, αλλά με μια μικρή ζαλάδα ακόμα στο νου μου.

Μια υποψία χαμόγελου εμφανίζεται στο πρόσωπο της. «Και; Πώς είναι τελικά;»

Κοιτάζω πάλι κατά τη θάλασσα. Ένα μπέρδεμα μέσα μου. Ονειρεύομαι; Γίνονται όλα αυτά τώρα, αυτή τη στιγμή; Γιατί να μη γίνονται; «Η ζωή χωρίς εσένα δεν αντέχεται ούτε λεπτό. Ούτε δευτερόλεπτο», λέω τελικά. Γυρνάω πάλι προς το μέρος της, θέλω να τη βλέπω, να μην τη χάσω ούτε καν απ’ τα μάτια μου.

Η Ειρήνη έχει ήδη δακρύσει. «Πέτρο μου…» λέει και χώνεται στην αγκαλιά μου. «Μόνο με σένα θα μπορούσα να περάσω όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Και την επόμενη. Και τη μεθεπόμενη. Μόνο μαζί σου».

Μαζί. Η ανθρώπινη μοίρα σε όλο της το μεγαλείο. Να πασχίζουμε να τα φέρουμε βόλτα σε μια ζωή που είναι καταδικασμένη να τελειώσει αργά ή γρήγορα, σε μια ζωή καταραμένη αφού φθείρεται, γερνάει, πεθαίνει, αφού μέρα με τη μέρα φτάνει όλο και πιο κοντά στο αναπόφευκτό τέλος. Κι όμως να έρχεται αυτό το ευλογημένο μαζί και να κάνει αυτή τη ζωή υποφερτή. Ο άνθρωπος κι άλλος ένας άνθρωπος – και όλα μπορούν να χαμογελάσουν ξανά, όλα μπορούν να ελπίσουν, όλα μπορούν να ζήσουν.

Περπατάμε τώρα, ο ένας δίπλα στον άλλον, αγκαλιασμένοι, μην μπορώντας να διακόψουμε ούτε στιγμή αυτή τη σωματική επαφή. Λες κι αν πάψουμε να αγγιζόμαστε, έστω για μια στιγμή, θα εξαφανιστεί ό,τι έχει αποκτηθεί.

«Να σε ρωτήσω κάτι;» της λέω τελικά.

Γυρνάει προς το μέρος μου. «Τι αγάπη μου;»

Μένω για λίγο σιωπηλός, μπερδεμένος και πάλι, αναζητώντας απαντήσεις δεν ξέρω κι εγώ για τι. Γυρίζω για λίγο προς τη θάλασσα και ύστερα πάλι προς την αγαπημένη μου. Μια θολούρα μες στο μυαλό μου, μια αίσθηση ότι βλέπω σαν να υπάρχει ένα αχνό, λευκό πέπλο μπροστά στα μάτια μου. «Ήρθες από τη θάλασσα; Κολυμπώντας; Πως ήρθες και με βρήκες;» τη ρωτάω τελικά.

Πάλι μια υποψία χαμόγελου στα χείλη της κι ένα σπινθηροβόλο βλέμμα να με αντικρίζει. «Δεν άντεχα άλλο να είμαι μόνη μου», λέει και συνεχίζουμε το δρόμο μας.

Και ξαφνικά όλα καθαρίζουν. Δεν έχει τίποτα άλλο σημασία πια. Μόνο αυτή, το άγγιγμα της, το χαμόγελο της, και ότι είμαστε μαζί.

pk.

Κατηγορίες:Διηγήματα

Μοναξιά

Νοέμβριος 18, 2011 Σχολιάστε

Πρέπει να φτιάξω τον κήπο, έχει τα χάλια του, σκέφτηκε ο κυρ-Πέτρος. Ήταν μέσα Ιουλίου, απόγευμα, κι αυτός καθόταν στην αυλή του σπιτιού του, αυτής της χαμοκέλας όπως το έλεγε η συγχωρεμένη η γυναίκα του. Είχε φύγει δύο χρόνια πριν, από την παλιαρρώστια. Τώρα είχε μείνει μόνος του σ’ αυτήν τη χαμοκέλα, ένας γέρος άνθρωπος εβδομήντα πέντε χρονών κρατούσε ολόκληρο σπίτι. Γιατί ο ίδιος έτσι το έβλεπε: ολόκληρο σπίτι.

Στο πάνω σπίτι έμεναν η κόρη του με τον άντρα της και τον μικρό τους γιό. Κάποτε, εκεί έμενε ο ίδιος με τη γυναίκα του και την κόρη του, αλλά τα χρόνια περνάνε, άλλοι άνθρωποι έρχονται να κάτσουν στα σπίτια μας, σε άλλα πάμε εμείς. Να μετακινούμαστε για να βολευτεί ο κόσμος. Οι γέροι να κατεβαίνουν, οι νέοι να ανεβαίνουν, έτσι πάει…

Ίσως να πάρω και λίγο κοπριά να ρίξω στα φυτά, σκέφτηκε πάλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειαζόταν τίποτα ο κήπος. Τον φρόντιζε ο ίδιος καθημερινά, ήταν στην εντέλεια. Ήταν όμως η μοναδική του ασχολία. Όσο καθαρός, όσο περιποιημένος και να ήταν, γι’ αυτόν πάντα κάτι θα έλειπε.

Τα πουλιά είχαν βγει για το απογευματινό τους τραγούδι. Ο κυρ-Πέτρος τα άκουγε με προσήλωση και ευχαρίστηση. Ήταν καλή συντροφιά γι’ αυτόν, ίσως και η πιο πιστή πια.

Έτσι –ακούγοντας τους παλιούς του “φίλους”– χάθηκε στις ονειροπολήσεις του. Τι ευτυχία τότε, τα παλιά τα χρόνια, όταν πρωτομπήκε σ’ αυτό το σπίτι. Ήταν προίκα της γυναίκας του και από τη μέρα που παντρευτήκαν εγκαταστάθηκε εδώ. Πήγαν οι γονείς της στο κάτω σπίτι, εδώ που ήταν τώρα αυτός, και έμεινε το νιόπαντρο ζευγάρι στο πάνω, που ήταν πιο μεγάλο, μιας και περίμεναν καινούργιο μέλος στην οικογένεια τους.

Τι όμορφος καιρός εκείνος της εγκυμοσύνης της γυναίκας του! Αυτός δούλευε υπάλληλος στο παντοπωλείο του θείου του. Πήγαινε το πρωί για να ανοίξει το μαγαζί. Έβγαζε τα καφάσια με τα φρούτα έξω, τα έβαζε σε τέτοιο σημείο για να είναι καλά κρυμμένα από τον ήλιο, και συγύριζε λίγο μέσα. Περίμενε μετά να έρθουν οι πελάτες, να πουλήσει την πραμάτεια του. Τότε δεν είχε λεφτά ο κόσμος, όλοι στο βερεσέ ήταν. Την επόμενη βδομάδα θα ξεπληρώσω, περιμένω κάτι λεφτά. Γράψ’ τα γιατί δεν υπάρχει δεκάρα τσακιστή. Για το μωρό να πάρω κάτι πράγματα γιατί όλο κλαίει, δεν είναι κατάσταση αυτή. Υπομονή θα στα δώσω όλα μαζί. Τι να έκανες, όλοι είχαν ανάγκη. Όλα κι όλα όμως, αργά ή γρήγορα –συνήθως αργά–, οι πάντες πλήρωναν τα χρέη τους.

Το μεσημέρι το έκλειναν για κάνα-δυο ώρες, να πάνε να ξεκουραστούν, και πήγαιναν πάλι το απόγευμα για να το κρατήσουν ανοιχτό ως το βράδυ. Όλη η δουλειά περνούσε από τα χέρια του Πέτρου. Το πιο κοπιαστικό ήταν το πρωί, εκεί πλάκωνε ο πολύς ο κόσμος.

Μπορεί να μην πληρωνόταν καλά –παρόλο που δούλευε συνέχεια–, μπορεί να ήταν εποχές δύσκολες, αλλά ο Πέτρος και η γυναίκα του ήταν ευτυχισμένοι. Είχαν ο ένας τον άλλον, είχαν το μωρό να έρχεται, δεν τους ένοιαζε η φτώχεια. Τα πράγματα, έτσι κι αλλιώς, θα καλυτέρευαν στο μέλλον. Όταν θα αποσυρόταν ο θείος του Πέτρου, αυτός θα αναλάμβανε την όλη επιχείρηση, θα γινόταν αφεντικό, μέρες καλύτερες θα έρχονταν. Μέχρι τότε όμως, θα υπήρχαν πολλές οικονομικές δυσκολίες.

Καμία δυσκολία! Όσο υπήρχαν εκείνα τα κυριακάτικα απογεύματα που αλώνιζαν τη γειτονιά οι δυο τους και άκουγαν τις καλύτερες ευχές για το μωράκι που θα ερχόταν, όσο υπήρχαν οι φίλοι τους που έρχονταν που και που τα βράδια, να κάτσουν στη βεράντα ή στον κήπο να πιούν ένα κρασί, όσο έσφιγγαν ο ένας το χέρι του άλλου και κοιτάζονταν στα μάτια, δεν υπήρχε καμία δυσκολία, κανένα πρόβλημα.

Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του κυρ-Πέτρου, υγιές και φωτεινό. Καλά ήταν, σκέφτηκε. Πολύ καλά!

«Μπαμπά!», τον “ξύπνησε” η φωνή της κόρης του που κατέβαινε από το σπίτι της. Δεν πρόσεξε καν το χαμόγελο του. «Πάω με το μικρό μια βόλτα στο πάρκο. Θέλεις κάτι να φας; Αν είναι να πω του Γιώργου να σου κατεβάσει. Έχω φτιάξει κοτόπουλο κοκκινιστό με μακαρόνια».

«Όχι κόρη μου, μια χαρά είμαι. Θα φτιάξω μόνο ένα ζεστό να πιω αργότερα γιατί έχω κάτι ενοχλήσεις στο στομάχι».

«Σου έχω πει να πας στο γιατρό να κοιτάξεις αυτές τις ενοχλήσεις, μην τις παραμελείς».

Ρε για κοίτα να δεις, σκέφτηκε ο κυρ-Πέτρος, μέχρι χθες ήταν τόση δα και με κοίταζε στα μάτια, και τώρα με ταΐζει και μου κάνει υποδείξεις. Που καταντάει ο άνθρωπος ρε γαμώτο; Πόση δύναμη και πόση σιγουριά ότι έχεις τον κόσμο στα πόδια σου όταν είσαι νέος και τι κατάντια να “μικραίνεις”, να αρρωσταίνεις, να θες να ζήσεις και να μην μπορείς όσο μεγαλώνεις. Τι άδικο πράγμα…

Αποχαιρέτησε την κόρη του και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Έκανε μια βόλτα την αυλή και ξανακάθισε. Είδε τον κήπο και βυθίστηκε πάλι στις αναμνήσεις.

Ήταν με τη γυναίκα του, αρκετό καιρό αφού είχαν εγκατασταθεί στο σπίτι τους. Κάθονταν στον κήπο, μαζί με ένα φιλικό ζευγάρι: τον Νίκο –που γνωριζόταν από παιδί με τον Πέτρο– και τη γυναίκα του.

Είχαν ψήσει κρεατικά –τα έξοδα μοιρασμένα– και τώρα κάθονταν στο τραπέζι, που είχε τοποθετήσει από νωρίς ο Πέτρος, και έτρωγαν.

«Ωραία, έτσι;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Τέλεια ρε φίλε! Δεν υπάρχει καλύτερη διασκέδαση για μένα. Δύο φίλοι και η γυναίκα που αγαπάω, γεμάτο το τραπέζι με όλα τα καλά του κόσμου και άφθονο κρασί. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;»

Οι δύο γυναίκες χαμογέλασαν. Ο Πέτρος φαινόταν σκεφτικός. «Ωραία είναι, ναι», είπε. «Με το θέμα δουλειάς τα πάμε λίγο άσχημα».

«Γιατί ρε, τι έγινε;»

«Όχι, δεν έγινε τίποτα. Απλά, τώρα που έχουμε και τη μικρή, καταλαβαίνω το θείο μου που αγχωνόταν όσο αργούσαν οι πελάτες να πληρώσουν τα χρέη τους. Τα παιδιά έχουν πολλά έξοδα αλλά είναι ευτυχία!» είπε και χαμογέλασε γαλήνια.

Η γυναίκα του, μαζί με τη γυναίκα του Νίκου, σηκώθηκαν να πάνε να ρίξουν μια ματιά στο μωρό.

Ο Νίκος έφερε κοντά την καρέκλα του σε αυτήν του Πέτρου. «Πως είναι να είσαι πατέρας ρε φίλε;» τον ρώτησε.

Ο Πέτρος τον κοίταξε για λίγο. Ήταν σαν να μην τον έβλεπε, ήταν σαν να έβλεπε “μέσα” απ’ αυτόν, σε έναν άλλον κόσμο, κάτι άλλο. «Δεν μπορώ να το πω με λόγια», είπε και χαμογέλασε.

«Είναι απίστευτο!» είπε ο Νίκος. «Όλοι αυτό λένε!»

Για δύο λεπτά δεν είπε κανείς τίποτα. Είδαν τις γυναίκες να έρχονται πάλι στη συντροφιά τους.

«Και μην ανησυχείς», του είπε ο Νίκος. «Όλα θα πάνε καλά με τη δουλειά σου, ο θείος σου είναι εντάξει άνθρωπος».

«Το ξέρω. Και, πραγματικά, δεν ανησυχώ. Όσο με κοιτάνε αυτά τα ματάκια της μικρούλας, δεν ανησυχώ για τίποτα! Νιώθω ότι μπορώ να φέρω τον κόσμο ανάποδα αν χρειαστεί».

«Που δεν θα χρειαστεί», του είπε ο Νίκος και τον χτύπησε ελαφρά στο δεξί ώμο.

«Ευχαριστώ ρε φίλε».

«Γιατί τον ευχαριστείς;» ρώτησε η γυναίκα του Νίκου.

«Γιατί μου είπε ότι θα κάνει σύντομα ένα παιδάκι για να παίζει με την κόρη μου».

«Αγάπη μου!» φώναξε αυτή στον Νίκο και πήγε και κάθισε στα πόδια του. «Αλήθεια;»

«Ε τι… ψέματα;» είπε αυτός και αγριοκοίταξε τον φίλο του.

Ο κυρ-Πέτρος χαμογέλασε. Ωραία παρέα ήμασταν! σκέφτηκε. Α ρε Νίκο! Κι εσύ και η γυναίκα σου νωρίς φύγατε. Και ούτε που καταφέρατε τελικά να κάνετε ένα παιδάκι… Ξέρω πόσο πολύ το ήθελες όσο και αν ταραζόσουν όταν έθιγα το θέμα. Απ’ αυτούς τους τέσσερις εκείνης της βραδιάς, μόνο εγώ έχω μείνει… Εκτός και αν μετράει και η μικρούλα.

Το μυαλό του τώρα “πήδησε” κάπου αλλού.

Ο χειμώνας έξω ήταν βαρύς. Το κρύο και το ψιλόβροχο δεν έλεγαν να σταματήσουν στιγμή. Μέσα στο σπίτι, όμως, το τζάκι έκαιγε σταθερά και δυνατά. Ο χειμώνας δεν τολμούσε να μπει μέσα, το κάστρο φυλασσόταν καλά.

Ο Πέτρος ότι είχε γυρίσει από τη δουλειά. Ήταν μεσημέρι και οι γυναίκες της ζωής του τον περίμεναν να φάνε.

«Άντε μπαμπά, πεινάω!»

«Κι εγώ αγάπη μου, πεθαίνω της πείνας! Τι καλό μας έφτιαξες μαμά;» ρώτησε τη γυναίκα του.

«Ψαρόσουπα».

«Μμμ… Ακούγεται πεντανόστιμο!»

«Ναι αλλά δεν είναι – μπλιάχ!» γκρίνιαξε η κόρη του. Όπως όλα τα παιδιά που σέβονται τον εαυτό τους, δεν έβρισκε ποτέ νόστιμα τα ψάρια, τα λαδερά, τα όσπρια, κλπ…

«Πέτρο μου, κουράστηκες σήμερα;» τον ρώτησε η γυναίκα του.

«Είναι λίγο κουραστικά γιατί είμαι μόνος μου. Είχα πολύ κουβάλημα σήμερα αλλά εντάξει, τα καταφέρνω. Όταν γυρνάω σπίτι και σας βλέπω να χαμογελάτε –να χαμογελάτε λέω μικρή– τα ξεχνάω όλα! Κι έτσι έχω κουράγιο και για το απόγευμα που θα ξαναπάω».

«Έλα να δώσουμε ένα φιλάκι στον μπαμπά!» Οι γυναίκες του έπιασαν να τον φιλάνε, να τον πειράζουν και να γελάνε, μέχρι που τις άρπαξε ο ίδιος –μετά από αρκετή ώρα που τις άφηνε για να το ευχαριστηθεί– και τις έβαλε στη θέση τους.

«Λοιπόν κορίτσια… Με κάνετε ευτυχισμένο! Τι είναι παράδεισος αν δεν είναι αυτό που έχω τώρα μπροστά μου; Κάτι πρέπει να κάνω εγώ γι’ αυτό. Τι λέτε να πάμε το βράδυ, αφού τελειώσω τη δουλειά, σε μια ταβερνούλα να φάμε; Εννοείται ότι εσύ μικρή θα πρέπει να τελειώσεις νωρίς-νωρίς τα μαθήματα σου!»

«Ναι, θα τα τελειώσω μπαμπάκα μου! Θα φάω μπιφτέκια με πολλές-πολλές πατάτες!»

«Έτσι όπως το πας», του είπε η γυναίκα του, «θα με μισήσει εμένα! Ψαρόσουπα εγώ, μπιφτέκια εσύ. Που πάει η αγάπη;»

«Στα μπιφτέκια!» φώναξαν μπαμπάς και κόρη και γέλασαν όλοι μαζί.

«Αγάπη μου», είπε ο Πέτρος στην κόρη του, «να πηγαίνεις να βλέπεις και τη γιαγιά όμως, ε; Ένα σπίτι είμαστε και δεν σε βλέπει καθόλου. Είναι κι αυτή μόνη της η κακομοίρα και θέλει και λίγο παρεούλα».

«Μα, ρε μπαμπά, είναι γριά», είπε η μικρή και γέλασαν πάλι όλοι μαζί.

Η γυναίκα του άρχισε να μαζεύει τα πιάτα σιγά-σιγά. Πήγε κοντά του, έσκυψε προς το αυτί του και του είπε: «Ρε μωρό μου, μήπως ξοδευόμαστε αρκετά; Τον τελευταίο καιρό τρώμε συχνά έξω και όχι μόνο αυτό, αλλά…»

«Σσσς», την διέκοψε αυτός, ενώ έβαλε δύο δάχτυλα στα χείλη της, «όλα πάνε καλά στα οικονομικά μας, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα πια. Με έχεις για άνθρωπο που θα έκανα άσκοπες σπατάλες; Μπορεί να δουλεύω ώρες ατελείωτες αλλά για ποιον το κάνω; Για εμάς τους τρεις. Όσο μας έχει ο θεός καλά, να δουλεύουμε και να έχουμε ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι, όλα θα πηγαίνουν μια χαρά! Κοίτα το μωράκι μας πόσο ευτυχισμένο είναι!» Την κοίταξαν και οι δύο που βοηθούσε να μαζευτεί το τραπέζι.

«Τότε να σου πω ότι σου έχω κι εγώ μια έκπληξη», του είπε η γυναίκα του ακόμα πιο ψιθυριστά.

Γύρισε προς το μέρος της. «Τι έκπληξη;» ρώτησε.

«Είναι στην κρεβατοκάμαρα…»

«Στην κρεβατοκάμαρα;»

«Ναι…» είπε, του έκλεισε το μάτι και κατευθύνθηκε προς αυτή.

Ο κυρ-Πέτρος αναστέναξε. Όσο θυμόταν το παρελθόν, τόσο τον προβλημάτιζε το παρόν και ένα γιατί ήταν κολλημένο στις σκέψεις του.

Έβαλε αεράκι. Μπήκε σιγά-σιγά μέσα για να φτιάξει το ζεστό. Τώρα πια όλα σιγά-σιγά τα έκανε. Τα χρόνια και η κούραση από τη δουλειά βάραιναν το κορμί του. Έσπρωξε προς τα πίσω τα άσπρα του μαλλιά και έπιασε το πρόσωπο του. Θέλω ξύρισμα, σκέφτηκε. Θα το κάνω αύριο. Δεν άφηνε να περάσουν δυο μέρες χωρίς να ξυριστεί, άσχετα αν αυτό ήταν χρονοβόρα διαδικασία πια. Έκλεισε όλα τα παράθυρα και τις πόρτες. Πάει κι αυτή η μέρα, τέλειωσε. Το πρωί πάλι.

Έκατσε στην πολυθρόνα του για να πιεί το ρόφημα που έφτιαξε. Απέναντι του ήταν η τηλεόραση, μονίμως κλειστή, μια παλιά που δεν την ήθελε η κόρη του. Δεν είχε τέτοιες συνήθειες ο κυρ-Πέτρος. Αν κάποτε ήθελε παρέα, είχε ανθρώπους. Τώρα ξέρει ότι είναι μόνος. Καμιά φορά ανοίγει το ραδιοφωνάκι του και ακούει παλιές μελωδίες. Αν πετύχει κάτι τέτοιο δηλαδή, αλλιώς το κλείνει κι αυτό. Οι μέρες μπορεί να κυλούν αργά αλλά έρχονται οι αναμνήσεις να τις γεμίζουν. Κάτι είναι κι αυτό.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα, έβαλε το φλιτζάνι στο νεροχύτη και πήγε στο κρεβάτι του να πέσει για ύπνο. Εχθρός του παραδείσου είναι ο ανίκητος χρόνος, σκέφτηκε. Δε βαριέσαι, έτσι είναι η ζωή. Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε.

pk.

Κατηγορίες:Διηγήματα

Κάποτε αγαπούσαμε

Νοέμβριος 17, 2011 Σχολιάστε

«Δηλαδή, θες να μου πεις ότι δεν είσαι ερωτευμένος πια;» ρώτησε ο Παύλος το φίλο του που τον έβλεπε να “λιβανίζει” το ποτό του.

Ο Πέτρος κοίταζε το μισό ποτήρι βότκα που του είχε μείνει, το γυρνούσε γύρω-γύρω με το χέρι του και έπαιζε με τη μισή φέτα λεμόνι που είχε μέσα. «Δεν ξέρω αν έχω υπάρξει ποτέ ερωτευμένος», είπε τελικά.

Ο Παύλος κατέβασε μια γουλιά από το ουίσκι του και είπε: «Με δουλεύεις ρε φίλε; Εσύ δεν έχεις υπάρξει ερωτευμένος; Σε θυμάμαι άπειρες φορές να λάμπεις από ευτυχία όταν είσαι με μια κοπέλα. Αυτό γινόταν και με την Κατερίνα, ειδικά στις αρχές. Δεν ξέρω τι άλλαξε τώρα, ο έρωτας αρκετές φορές νικιέται από το χρόνο έτσι κι αλλιώς, αλλά μη μου λες ότι δεν ξέρεις αν ήσουν ποτέ ερωτευμένος… Ξέρω εγώ! Και από τη στιγμή που έχουμε υπάρξει έστω και μία φορά ερωτευμένοι –έστω και μισή φορά διάολε!– είναι μέσα μας, υπάρχει και θα υπάρχει για πάντα!»

Ο Πέτρος γύρισε και τον κοίταξε. Του άρεσε που ο φίλος του υποστήριζε τόσο έντονα αυτήν την εκδοχή. Βαθιά μέσα του είχε σχεδόν τα ίδια πιστεύω, αλλά όταν ζεις στην πράξη μια σχέση με όλα τα προβλήματα και τις συγκρούσεις της – ω θεέ μου, στην πράξη είναι τόσο δύσκολα! Είναι δυνατόν, όμως, κάτι τόσο όμορφο να μην είναι και δύσκολο; αναρωτήθηκε ο Πέτρος. Η ευτυχία δεν χαρίζεται.

«Μπορεί να έχω να κάνω σχέση πάνω από τρία χρόνια και να “έχω βγει από το χορό”», συνέχισε ο Παύλος, «μπορεί να έχω ξεχάσει τις δυσκολίες που πρέπει να αντιμετωπιστούν, αλλά είμαι σίγουρος ότι ο έρωτας μπορεί να υπάρχει –έστω και σε λανθάνουσα κατάσταση– κάτω από όλες τις περιστάσεις, αρκεί να μην ξεχνιόμαστε, αρκεί να Τον εμπιστευτούμε…»

«Κοίταξε Παύλο, την Κατερίνα την γουστάρω πολύ. Νομίζω, όμως, ότι πλέον τη θέλω γι’ αυτά που μου προσφέρει: σεξ, μια καλή συζήτηση, έναν άνθρωπο να μ’ ακούει και να τον ακούω, τη φιλία της. Είμαι όμως ερωτευμένος; Πως ορίζεται ο έρωτας; Περνάς μια γραμμή και καταλαβαίνεις ότι ερωτεύτηκες;»

«Μιλάς για “γραμμές” και ορισμούς του έρωτα εσύ; Εσύ; Δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου! Μια ζωή σε οδηγούσαν τα συναισθήματα και το ένστικτο, τι έπαθες τώρα; Δεν λέω, στα τριάντα που φτάσαμε πλέον, βλέπουμε τα πράγματα πιο ψυχρά, χρησιμοποιούμε περισσότερο την πουτάνα τη λογική, αλλά όχι εκεί ρε φίλε, όχι στον έρωτα. Ο έρωτας είναι… Καλά, δεν ξέρω τι είναι, αλλά σίγουρα δεν είναι υπολογισμός, δεν μπορούμε να του βάλουμε όρια, δεν φυλακίζεται…»

Τα ηχεία έπαιζαν το Hey you των Pink Floyd. Για τον Πέτρο ήταν η καλύτερη του – είχε έναν καλό φίλο, ένα ποτό, μια συζήτηση που ξέφευγε από τα καθημερινά και ένα ωραίο κομμάτι να ακούει. Είχε κατεβάσει τη βότκα του και παρήγγειλε άλλο ένα στον μπάρμαν. Πήρε και για το φίλο του, αν και ακόμα του έμεναν δύο γουλιές.

«Τελευταία δυσκολεύομαι πολύ Παύλο. Δεν είμαι πλέον σίγουρος για τον εαυτό μου, μάλλον αυτό φταίει. Αλλά γιατί να μην είμαι σίγουρος ρε γαμώτο; Εδώ και τρία χρόνια έχω βγάλει πολύ καλά λεφτά, τη δουλειά μου στην εταιρεία την αγαπάω, έχω ανθρώπους που κάνουν ό,τι λέω γιατί ξέρουν ότι μόνο έτσι θα προχωρήσουμε καλά, είμαι σχεδόν αναντικατάστατος. Παλιότερα δεν είχα σχεδόν τίποτα και τώρα έχω τη δυνατότητα όχι μόνο να ζω μια άνετη ζωή, αλλά και να δίνω ένα δυνατό ποσό κάθε μήνα στους δικούς μου για να περνάνε κι αυτοί καλά. Θα έπρεπε να νιώθω άτρωτος, κι όμως νιώθω αδύναμος. Τόσο αδύναμος…»

Ο Παύλος τον έπιασε από τον ώμο, τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ήπιαν από μια γουλιά. Χρειάζεται βοήθεια, σκέφτηκε. Τώρα περισσότερο από ποτέ… Με το μαλακό όμως. «Στη δουλειά σου είσαι πολύ δυνατός φίλε», του είπε. «Στη δουλειά σου είσαι άτρωτος. Για να αισθανόμαστε όμως δυνατοί γενικότερα, είναι ανάγκη να δουλεύουμε τα περισσότερα απ’ όσα απαρτίζουν την καθημερινότητα μας. Η υγεία, τα συναισθηματικά, η εσωτερική ηρεμία, ο διάλογος, η φροντίδα των αγαπημένων προσώπων και αρκετά άλλα, είναι σημαντικά πράγματα για την ψυχική μας ισορροπία. Δεν πρέπει να τα ξεχνάμε, γιατί μόνο με ψυχική ισορροπία μπορούμε να καταφέρουμε να κάνουμε λίγο καλύτερη την καθημερινότητά μας σε όλα τα επίπεδα».

Ο Πέτρος δεν μιλούσε, μόνο άκουγε με προσοχή.

Ο Παύλος άναψε τσιγάρο, πρόσφερε ένα και στο φίλο του. «Δεν θέλω να το παίξω ειδικός, ούτε ότι εγώ ο ίδιος τα έχω λύσει αυτά τα προβλήματα. Απλά μου αρέσει αυτή η συζήτηση μαζί σου, και να σου πω την αλήθεια, ό,τι λέω, περισσότερο το λέω για να με ακούσω εγώ. Ναι καλά άκουσες, τα λέω για να πείσω τον εαυτό μου και να τον πιέσω να μην ξεχνάει…»

«Είναι ωραίο αυτό που κάνεις, ακόμα κι αν το κάνεις μόνο για τον εαυτό σου», είπε ο Πέτρος.

«Πέτρο, μπορεί όλα αυτά να ακούγονται βουνό. Τελικά –εγώ πλέον έχω πειστεί–, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι στην παιδική μας ηλικία, τότε που όλα ήταν πιο αγνά, γεμάτα φαντασία, τότε που όλα άξιζαν… Θυμάσαι ρε φίλε; Κάποτε ήμασταν σίγουροι ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο, τώρα δυστυχώς βολευόμαστε με τα χειρότερα. Κάποτε επαναστατούσαμε, τώρα σιωπούμε. Κάποτε αγαπούσαμε…»

«Κάποτε αγαπούσαμε…» επανέλαβε ψιθυριστά ο Πέτρος.

Ο Παύλος συνέχιζε να μιλάει. Ο φίλος του όμως δεν άκουγε τίποτα, μόνο πότε-πότε κουνούσε το κεφάλι για να δείξει ότι τάχα τον πρόσεχε. Είχε κολλήσει σε αυτό το κάποτε αγαπούσαμε.

Πως είναι δυνατόν να άλλαξαν όλα μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα; αναρωτήθηκε ο Πέτρος. Τι δεν πήγε καλά; Πώς τα συναισθήματα μας, τα ένστικτα και η “καθαρή ματιά”, έγιναν ψυχρή λογική, υπολογισμός και σκληρή ανάλυση; Πώς φτάσαμε ως εδώ;

«Ακούς ρε;»

«Ναι, ναι, ακούω…» είπε ψέματα ο Πέτρος.

Το ίδιο βράδυ, όταν ο Πέτρος γύριζε σπίτι με το αυτοκίνητο του, είχε βάλει ν’ ακούει δυνατά ροκ μουσική – έπαιζε ένα CD απ’ τους αγαπημένους του Doors. Στο αίμα του στριφογυρνούσε η βότκα και στο μυαλό του η συζήτηση που είχε προηγουμένως με το φίλο του.

Γιατί “ξεχάστηκα” έτσι; αναρωτήθηκε. Γιατί άφησα να φύγει από τα χέρια μου η ουσία της ζωής μόνο και μόνο για να προσπαθήσω να τα γεμίσω χρήματα; Από μικρός άκουγα τη μάνα μου να με παροτρύνει να βγάλω λεφτά, να επικεντρωθώ σ’ αυτό για να έχω μια άνετη ζωή. Σαν να ακούω τώρα αυτό που μου επαναλάμβανε ξανά και ξανά: “η αγάπη κι ο έρωτας δεν τρώγονται”. «Δίκιο είχες μάνα», είπε φωναχτά, «αλλά όσο και να φας, δεν γίνεται αγάπη. Φαΐ είναι – δεν τρως συναίσθημα. Αυτά γιατί δεν μου τα είπες;»

Αυτό ήταν! σκέφτηκε. Αύριο είναι μια άλλη μέρα. Αύριο είναι η πρώτη μέρα του καινούργιου μου εαυτού. Θα θυμηθώ πώς είναι ν’ αγαπάς, να προσέχεις το άτομο που σ’ ενδιαφέρει, να πεθαίνεις γι’ αυτό το άτομο, να ζεις γι’ αυτό το άτομο… Τέρμα οι αναλύσεις, περνάω πάλι στα συναισθήματα και στο ένστικτο – αυτά δεν με πρόδωσαν ποτέ. Και όχι από αύριο, από τώρα θα αλλάξει αυτό. Σ’ ευχαριστώ ρε Παύλο!

Και τότε όλα σκοτείνιασαν. Καμία σκέψη δεν περνούσε από το μυαλό του Πέτρου πια. Τίποτα δεν ήταν πλέον ξεκάθαρο. Κάτι άλλαξε…

Awake… Shake dreams from your hair my pretty child, my sweet one…

Αυτοί οι στίχοι ήταν που ήρθαν πρώτα στο μυαλό του Πέτρου. Και σαν να ήταν αυτό το έναυσμα, άνοιξε τα μάτια. Από πάνω του ήταν η κοπέλα του κι ο Παύλος.

«Που είμαστε;» κατάφερε να ψελλίσει.

Η κοπέλα του έκλαιγε, δεν μπορούσε να απαντήσει, κι έτσι το έκανε ο Παύλος: «Στο ασθενοφόρο, πάμε στο νοσοκομείο. Είχες τροχαίο και πρέπει να πάμε να σε δουν».

«Α», είπε μόνο ο Πέτρος και έκλεισε πάλι τα μάτια.

«Πέτρο, μην κοιμηθείς τώρα», του είπε ο Παύλος, «έλα να μιλήσουμε, μην κλείνεις τα μάτια».

Ο Πέτρος κατάφερε να τα ανοίξει πάλι. Είδε την κοπέλα του. Χαμογέλασε. «Σ’ αγαπάω», σχημάτισε με τα χείλη του.

«Κι εγώ μωρό μου, κι εγώ!» είπε αυτή ενώ έκλαιγε με αναφιλητά.

«Παύλο…» είπε ο Πέτρος.

«Έλα ρε φίλε».

«Ευχαριστώ».

«Για ποιο λόγο;» τον ρώτησε ο Παύλος και πήγε κοντά του για να ακούσει καλύτερα.

«Με έσωσες ρε φίλε!» είπε αργά και ψιθυριστά ο Πέτρος. «Κατάφερα να δω και πάλι την ουσία. Με έσωσες! Ευχαριστώ». Έκλεισε τα μάτια και δεν τα ξανάνοιξε ποτέ…

pk.

Κατηγορίες:Διηγήματα