Αρχική > Διηγήματα > Μια υπέροχα ξεχωριστή μέρα

Μια υπέροχα ξεχωριστή μέρα

Δεκέμβριος 2, 2011 Σχολιάστε Go to comments

Η ώρα ήταν δώδεκα πάρα είκοσι. Έξω έβρεχε συνεχόμενα και στρωτά. Από το πρωί δεν είχε σταματήσει καθόλου. Αυτός ο Γενάρης είχε πολλή βροχή και τώρα, στα τέλη του, δεν υπήρχε μέρα που να μην έριχνε. Το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη μύριζε νοτισμένο χώμα, η ατμόσφαιρα –όταν κάποιες στιγμές σταματούσε η βροχή– ήταν λες και κάποιος την καθάρισε με ένα “περιβαλλοντικό σφουγγάρι”. Καθαρή και φρέσκια.

Ο Πέτρος ήταν στο εργαστήριό του, και μπορεί να μην άκουγε το νερό που έπεφτε –σχεδόν πάντα είχε θορύβους εκεί μέσα, πότε κάποιο μηχάνημα, πότε το να κοπανάει με το σφυρί–, αλλά είχε ανοιχτή την πόρτα και τα δύο παράθυρα και όποτε έπαιρνε καμιά ανάσα, εκεί πήγαινε το μάτι του. Ήθελε να είναι σε επαφή με το υγρό στοιχείο, τον αναζωογονούσε με κάποιο τρόπο.

Τώρα είχε στα χέρια του το τριβείο και το χρησιμοποιούσε σε ένα μεγάλο τέμπλο. Η σκόνη που είχε μέσα το εργαστήριο έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Ο Πέτρος φορούσε την προστατευτική του μάσκα, αλλά μάλλον θα μπορούσε να κάνει και χωρίς αυτήν, μιας και είχε συνηθίσει πλέον αυτές τις καταστάσεις.

Τα τελευταία χρόνια είχε πολλή δουλειά. Παρότι η ξυλογλυπτική δεν ήταν και το πιο περιζήτητο επάγγελμα εν έτει 2009, ο Πέτρος ήταν ο μοναδικός που έκανε αυτήν την εργασία πάνω στο νησί, και το ίδιο το νησί είχε πολλά αρχοντικά σπίτια, μεγάλες εκκλησίες, ακόμα και μεγάλα ξύλινα πλοία διακοσμημένα με ακρόπρωρα, και για όλα αυτά χρειαζόταν η τέχνη του για να συντηρηθούν ή να ανανεωθούν.

Το τέμπλο που επεξεργαζόταν τώρα, καθώς και κάποια άλλα που είχε ήδη ετοιμάσει και ορισμένα με τα οποία θα καταπιανόταν αργότερα, ήταν παραγγελία της ενορίας του –του αγίου Νικολάου, μια μεγάλη εκκλησία που βρισκόταν στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού–, της οποίας η επιτροπή είχε αποφασίσει να κάνει μια γερή ανακαίνιση. Οι πιστοί ενορίτες θα έβαζαν τον όβολό τους, σε έρανο που θα έκανε η εκκλησία, για να τους έχει ο θεός καλά…

Ο Πέτρος δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με την εκκλησία και τους παπάδες. Ήταν τέτοια όμως η δουλειά του που αναγκαστικά θα ερχόταν κάποιες φορές σε επαφή μαζί τους, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Και, ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, έπρεπε να κάνει και πολύ καλύτερη τιμή. Όχι ότι ήθελε να το κάνει –ήξερε τι λεφτά μπορεί να έχει αποθηκευμένα μια εκκλησία– αλλά έχε χάρη που του το ζήτησε η γυναίκα του. Και σ’ αυτήν δεν μπορούσε να χαλάσει χατίρι. Αυτή ήταν που τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του επαγγελματικά και απέναντι στην κοινωνία, όταν σε δύσκολες εποχές, όχι απλά έκανε υπομονή και ήταν συνέχεια στο πλευρό του ό,τι κι αν χρειαζόταν, αλλά του έδινε και τη δύναμη να συνεχίσει, όντας απόλυτα πεπεισμένη ότι κάποια στιγμή θα τα κατάφερνε.

Η ώρα πήγε δώδεκα και η γυναίκα του Πέτρου, συνεπής στο ραντεβού της, του έφερνε το κολατσιό του – ντομάτα, τυρί, λίγες τηγανιτές πατάτες, αυγά, ψωμί και κάποιες ελιές. Σαν από ένστικτο ο Πέτρος σταμάτησε να εργάζεται λίγο πριν η Κάτια μπει στο μαγαζί.

«Καλώς το κορίτσι μου!» της είπε.

Αυτή χαμογέλασε και ακούμπησε τα ταπεράκια με τα φαγώσιμα στον μεγάλο ξύλινο πάγκο που βρισκόταν στη μέση του εργαστηρίου. «Τι κάνεις αγάπη μου;» τον ρώτησε και του έδωσε ένα φιλί στο στόμα. Αμέσως, όμως, πήγε και κάθισε λίγο έξω από την πόρτα μέχρι να καθαρίσει η ατμόσφαιρα απ’ τη σκόνη.

«Καλά είμαι. Δουλεύω τα τέμπλα του αγίου Νικολάου. Έλα να δεις αυτά που έχω τελειώσει. Δεν στα έχω δείξει, έτσι δεν είναι;»

«Όχι».

Την πήγε στο δίπλα δωμάτιο του εργαστηρίου. Εκεί μέσα αποθήκευε ό,τι είχε τελειώσει. Μπορούσε να δει κανείς ξύλινα γλυπτά με γυναικείες φιγούρες, πουλιά, γοργόνες, λουλούδια, περίτεχνα φτιαγμένα μπαστούνια για περιπάτους, όμορφα έπιπλα, γκλίτσες, επιτραπέζια οικιακά σκεύη διακοσμημένα στην εντέλεια, χριστουγεννιάτικες φάτνες, μέχρι και έναν επιτάφιο, καθώς και πολλά άλλα έργα τέχνης που ο Πέτρος φρόντιζε με τρυφερότητα και αφοσίωση. Της έδειξε τα τέμπλα που είχε φτιάξει πρόσφατα. Οι παραστάσεις από αγγέλους, τα λουλούδια και η θάλασσα ήταν αυτά που διακρίνονταν μεγαλειωδώς! Οι λεπτομέρειες των παραστάσεων σου έκοβαν την ανάσα. Μια προσεγμένη και δοσμένη με μεράκι δουλειά. Ακριβώς δηλαδή όπως δούλευε πάντα ο Πέτρος. Γιατί μπορεί να εργαζόταν υπερβολικά πολλές ώρες τη μέρα, αλλά έκανε κάτι που έδινε όλο του τον εαυτό. Αυτός ήταν τα έργα του!

«Μωρό μου, είσαι απίστευτος! Είναι πολύ όμορφο!» του είπε.

Αυτός χαμογέλασε. Θυμήθηκε τις άπειρες ώρες που είχε περάσει πλανίζοντας, τρίβοντας, σκαλίζοντας το κάθε δημιούργημά του. Αγαπούσε αυτό που έκανε και δεν γινόταν να κάνει τίποτε λιγότερο από το να δίνει όλο του το είναι.

«Πώς γίνεται, όμως, να αποδώσεις κάτι τόσο μεταφυσικό με τέτοια απλότητα και ομορφιά;» ρώτησε η Κάτια που δεν είχε προσέξει καν την έκφραση του άντρα της. «Εμένα μου προκαλεί δέος όλο αυτό, με πιάνει θρησκευτική κατάνυξη και μόνο που το βλέπω. Πώς το κάνεις; Εσύ που έχεις να πατήσεις στην εκκλησία… – πόσο καιρό;»

«Από τότε που βαφτίστηκα», της είπε και γέλασε. «Αλλά, πέρα απ’ την πλάκα, το πώς γίνεται να αποδοθεί κάτι όμορφα στο έργο κάποιου, έχει να κάνει με την πηγή έμπνευσής του. Και για μένα αυτή η πηγή έμπνευσης είναι ο άνθρωπος μου. Εσύ είσαι η Εκκλησία μου, εξαιτίας σου μπορεί να προκαλέσει δέος ή θαυμασμό αυτό που θα φτιάξω. Είσαι το κλικ πάνω απ’ την τέχνη. Αυτό που κάποιος θα δει φευγαλέα και θα στρωθεί να το αποτυπώσει στο έργο του. Ένα ανεκτίμητο δώρο για οποιονδήποτε του δοθεί».

Η Κάτια κοκκίνισε αμέσως. Πάντα κοκκίνιζε όταν της μιλούσε έτσι ο Πέτρος. Κι ας ήταν μαζί πάνω από δέκα χρόνια συνολικά. Και ο Πέτρος το λάτρευε αυτό πάνω της. Είχε μείνει ένα κοριτσάκι, όπως από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε. Αν υπήρχε θεός για τον ίδιο, ήταν εκεί, μπροστά του…

«Πάω να πάρω τη μικρή, σε λίγο σχολάει», του είπε. «Θα φάμε μαζί το μεσημέρι;»

«Ναι. Περάστε από ‘δω να σας πάω εγώ σπίτι. Θα έρθω να ξεκουραστώ λίγο και θα συνεχίσω τη δουλειά μου αργότερα».

Έτσι, η Κάτια έφυγε και πήγε να πάρει την εξάχρονη κόρη τους, τη Χριστίνα, από το Δημοτικό.

Όταν, όλοι μαζί πια, επέστρεψαν στο σπίτι, η Κάτια έστρωσε το τραπέζι. Είχε φτιάξει μοσχάρι γιουβέτσι. Ο Πέτρος και η κόρη του κοιτάχτηκαν και ξερογλείφτηκαν. Από τα αγαπημένα τους φαγητά! Θα έτριβαν και λίγο τυράκι να ρίξουν και μαζί με τη σαλάτα, θα γέμιζαν ευχάριστα τα στομάχια τους. Ο Πέτρος είχε ήδη ανάψει το τζάκι στο καθιστικό· θα πήγαινε μετά να περάσει λίγες στιγμές ξεκούρασης, μέχρι να επιστρέψει στο εργαστήριό του.

Αφού έφαγαν, η μικρή Χριστίνα πήγε στο δωμάτιο της να κοιμηθεί και το ζευγάρι κατευθύνθηκε στο καθιστικό. Ήταν η ώρα που θα έκαναν έρωτα. Τώρα και το βράδυ που θα κοιμόταν πάλι η μικρή. Αυτό το πρόγραμμα κρατούσε πολύ καιρό τώρα. Και λες κι εκείνες τις δύο στιγμές της ημέρας χτυπούσε το σεξουαλικό τους ξυπνητήρι, φλέγονταν και οι δύο από επιθυμία. Έγδυνε με μανία ο ένας τον άλλον και γίνονταν ένα μέχρι να αποτελειωθούν, μέχρι να στραγγίξουν. Τα γυμνά τους κορμιά, κολλημένα μεταξύ τους, τους έκαναν να τρέμουν από λαχτάρα, να θέλουν να νιώσουν τη διείσδυση εδώ και τώρα! Σαν να έκαναν σεξ για πρώτη φορά μεταξύ τους. Κάθε φορά – η πρώτη φορά.

«Σ’ αγαπάω», του ψιθύρισε η Κάτια, αφού ήδη είχαν κάνει έρωτα και είχαν ξυπνήσει από έναν σχεδόν λυτρωτικό ύπνο μισής ώρας.

Ο Πέτρος γύρισε προς το μέρος της και χαμογέλασε. «Είσαι η ίδια μου η ζωή», της είπε. Σηκώθηκε από τον καναπέ του καθιστικού για να κάνει ένα ντους και να πάει πίσω στη δουλειά.

 

Στο εργαστήριο, συνέχισε όλο το απόγευμα να ασχολείται με τα έργα του για την ανακαίνιση του αγίου Νικολάου. Πέρασαν και κάνα-δυο πελάτες να αφήσουν τις παραγγελίες τους και ο Πέτρος τους εξήγησε ότι θα έπρεπε να περιμένουν λίγο, θα τους είχε έτοιμους σε σχεδόν δύο εβδομάδες. Η τέχνη της ξυλογλυπτικής δεν απαιτούσε υπομονή μόνο από τον ίδιο τον τεχνίτη, μα και απ’ αυτούς στους οποίους θα κατέληγαν τα έργα του. Αυτό ήταν κάτι που ο Πέτρος το υπενθύμιζε σε οποιονδήποτε πελάτη βιαζόταν. Και συνήθως αυτοί τον καταλάβαιναν, περισσότερο λαβαίνοντας υπόψη το αποτέλεσμα που είχαν όσες δουλειές είχε τελειώσει.

Τον επισκέφτηκαν επίσης και τρεις φίλοι του, “η παλιοπαρέα”, όπως την έλεγαν μεταξύ τους. Αφού κάθισαν και τα είπαν λίγο, και αφού επεξεργάστηκαν –όπως έκαναν πάντα όταν πήγαιναν από ’κει– τη δουλειά του, ο Πέτρος τους έδιωξε ευγενικά, μιας και έτρεχε και δεν προλάβαινε, όπως είπε χαρακτηριστικά.

Κατά τις έξι και μισή το απόγευμα πέρασε η γυναίκα του με την κόρη του. Η βροχή είχε κόψει, αν και ακόμα έριχνε κάποιες ψιχάλες.

«Που πάνε τα κορίτσια μου;» ρώτησε ο Πέτρος, που παράτησε κατευθείαν τη δουλειά του. Καταπιανόταν με καινούργιες παραστάσεις αγγέλων πάνω στο τέμπλο. Δημιουργούσε τον δικό του “Κήπο της Εδέμ”, όπως τον είχε φανταστεί εκείνο το απόγευμα… Ακόμα και το ότι πριν λίγες ώρες έκανε έρωτα με την αγαπημένη του, αυτό είχε το ανάλογο αντίκτυπο στην ομορφιά του έργου του.

«Πάμε για ψώνια», απάντησε η μικρή Χριστίνα.

«Και τι θα ψωνίσετε πριγκηπέσα μου;»

«Θα πάρουμε ρούχα και… και… και γλυκά!»

«Μπράβο κοριτσάκι μου! Ματάκιά μου όμορφα εσύ!» είπε αυτός και της έδωσε ένα γλυκό φιλί. «Όταν τελειώσετε με τις δουλειές σας», είπε τώρα στην Κάτια, «περάστε από εδώ να πάμε όλοι μαζί σπίτι».

 

Στο σπίτι τους, το βραδάκι, όλη η κουζίνα μοσχοβολούσε από τα κουλουράκια που έφτιαξε η Κάτια με τη βοήθεια της Χριστίνας. Για βραδινό είχε κοτόσουπα. Ό,τι έπρεπε για μια κρύα νύχτα σαν κι αυτή. Η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει πάλι και δεν θα σταματούσε στιγμή όλη τη νύχτα.

Έφαγαν, βοήθησαν όλοι να μαζέψουν το τραπέζι και να πλύνουν τα πιάτα, και κάθισαν στο καθιστικό –με αναμμένο βέβαια το τζάκι– να δουν ένα παιδικό dvd που είχαν νοικιάσει η Κάτια με τη Χριστίνα όταν πήγαν για ψώνια.

Όταν τελείωσε το παιδικό, η μικρή Χριστίνα ήδη κοιμόταν. Η μαμά της την πήρε αγκαλιά και την πήγε στο δωμάτιο της. Είχαν φτάσει πάλι οι στιγμές που το ζευγάρι θα απολάμβανε ο ένας τον άλλον, που θα άφηναν τα ένστικτά τους ελεύθερα να ικανοποιήσουν τους σεξουαλικούς τους πόθους, εκμεταλλευόμενοι τα ξαναμμένα τους κορμιά.

Ύστερα από μια ώρα και κάτι γεμάτη πάθος και ένταση, μπήκαν και οι δύο στο ντους να αφήσουν το ζεστό νερό να καταλαγιάσει την κούρασή τους. Όταν βγήκαν από ’κει, πήγαν αγκαλιασμένοι στην κρεβατοκάμαρα.

«Σ’ αγαπάω», της είπε ο Πέτρος λίγο πριν κοιμηθούν.

«Είσαι η ίδια μου η ζωή», του είπε αυτή και έκλεισε τα μάτια.

Άλλη μια μέρα τελείωσε, σκέφτηκε ο Πέτρος. Αύριο ξανά απ’ την αρχή, πάλι τα ίδια. Άλλη μια υπέροχα ξεχωριστή μέρα με περιμένει λίγες ώρες μακριά από τώρα. Χαμογέλασε, είδε για άλλη μια φορά την ευτυχία του, ξεκουραζόταν κι αυτή για την επόμενη μοναδική μέρα. Η ζωή είναι εδώ, τώρα… σκέφτηκε. Έσβησε το φως του πορτατίφ και έκλεισε τα μάτια.

pk.

Advertisements
Κατηγορίες:Διηγήματα
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: