Αρχική > Διηγήματα > Τζιμ & Λίντα

Τζιμ & Λίντα

Νοέμβριος 28, 2011 Σχολιάστε Go to comments

«Δεν μπορώ να την καταλάβω γιατρέ, αληθινά δεν μπορώ. Δεν το χωράει ο νους μου! Είμαστε μαζί απ’ το λύκειο, γεμάτοι όνειρα για το αύριο, για το κοινό μας αύριο! Και τώρα μου λέει ότι θέλει να φύγει στο εξωτερικό για κάποια ευκαιρία που της δίνεται από την εταιρία της και κολοκύθια τούμπανα! Και που είναι οι υποσχέσεις που δώσαμε για οικογένεια, για το μέλλον μας, για τη ζωή μας; Πώς μπορεί να τ’ αφήσει όλα αυτά πίσω, διάολε;» είπε ο Τζιμ, όσο ήταν ξαπλωμένος στην αναπαυτική πολυθρόνα, η οποία όμως δεν τον χαλάρωνε καθόλου.

«Τα αφήνει αληθινά πίσω όλα αυτά; Μήπως αυτή η ευκαιρία, είναι η ευκαιρία σας; Για το κοινό σας μέλλον, για τη ζωή σας;» τον ρώτησε ο γιατρός.

«Πώς γίνεται να υπάρξει κοινό μέλλον όταν θα είμαστε χώρια; Ξέρουμε πολύ καλά πώς καταλήγουν όλα αυτά, τα βλέπουμε γύρω μας συνέχεια. Στην αρχή όλοι λένε ότι δεν θα χωρίσουν ποτέ, άσχετα με την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα τους. Σιγά-σιγά, όμως, ο χρόνος κάνει τη δουλειά του: η εικόνα του άλλου ξεθωριάζει και, αργά αλλά σταθερά, τα πράγματα δεν μένουν πια όπως έχουν. Όταν δεν έχεις δίπλα σου τον άλλον, μέχρι και τα συναισθήματα μπορούν να αλλοιωθούν».

«Υπάρχουν και αυτοί που πιστεύουν ότι η απόσταση μπορεί να δυναμώσει τη σχέση, μπορεί να της δώσει στέρεες βάσεις για το μέλλον. Όταν ξεπερνιούνται προβλήματα “εξ’ αποστάσεως”, τότε όλα τα προβλήματα μπορούν να ξεπεραστούν».

«Γιατρέ, κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να ξεπεραστεί εξ’ αποστάσεως. Το πρόβλημα ήδη αρχίζει όταν ο ένας απ’ τους δύο θέλει να αποχωριστεί τον άλλον, δεν νομίζεις; Δεν λέω, καλή η καριέρα, αλλά να θυσιάσει την αγάπη γι’ αυτήν; Μπορούμε να τα καταφέρουμε οι δυο μας, το έχουμε αποδείξει στο παρελθόν, δεν χρειάζεται αυτή η “επαγγελματική ευκαιρία” για να τα βγάλουμε πέρα. Το μόνο που κάνει είναι να μπαίνει ανάμεσα μας».

«Αυτό που βλέπεις εσύ ως εμπόδιο, ο άλλος μπορεί να το βλέπει ως άνοιγμα μιας πόρτας. Μιας πόρτας που θα τον διευκολύνει στο δρόμο του, στο δρόμο σας».

«Με λίγα λόγια», είπε ο Τζιμ, «στο δίλλημα καριέρα ή έρωτας, πετάμε στα σκουπίδια τον δεύτερο για να υπηρετήσουμε την πρώτη. Τι ωραίο, τι ρομαντικό! Λες και συμβαίνει κάθε μέρα να βρίσκουμε έναν άνθρωπο που μπορούμε να εμπιστευτούμε, που μπορούμε να αγαπήσουμε». Κοίταξε κάτω και ένιωσε απεγνωσμένος. «Πώς υποβαθμίστηκε έτσι η αγάπη ρε γαμώτο;» ρώτησε σαν να απευθυνόταν στον ίδιο του τον εαυτό με παράπονο που δεν το κατάλαβε πιο νωρίς.

«Και η ευκαιρία για καριέρα παρουσιάζεται κάθε μέρα Τζιμ;» τον ρώτησε ο γιατρός. «Έχεις ρωτήσει την Λίντα αν και από πότε περίμενε μια τέτοια στιγμή; Τι σημαίνει όλο αυτό για τη ζωή της;»

«Εγώ τι σημαίνω για τη ζωή της;»

«Εγώ, εγώ, εγώ… Όταν αγαπάμε, νοιαζόμαστε περισσότερο για το εσύ παρά για το εγώ, έτσι δεν είναι; Δεν θέλω να το παίξω ο δικηγόρος του διαβόλου, Τζιμ, προσπαθώ να σου δώσω να καταλάβεις ότι υπάρχει και μια άλλη οπτική που –ναι!– έχει κι αυτή τη λογική της».

«Δεν ξέρω γιατρέ, δεν ξέρω. Μπορεί σε έναν τρίτο σαν εσένα, σε έναν “παρατηρητή”, να είναι λογικό να το σκέφτεται έτσι. Μπορεί να βγαίνει νόημα αν σκεφτείς ότι ο άλλος θέλει την ευκαιρία του να κάνει κάτι καλύτερο στην επαγγελματική του ζωή, να πάει όσο πιο ψηλά μπορεί. Αλλά όλα αυτά φαίνονται λογικά μόνο σε όποιον είναι έξω απ’ το χορό. Γιατί εδώ μιλάμε για σχέση, για συνύπαρξη, για αγάπη. Πως είναι δυνατόν όλα αυτά να είναι μικρότερα από μια οποιαδήποτε ευκαιρία καριέρας, γαμώτο;»

«Εδώ όμως μιλάμε και για όνειρα. Ίσως να πρέπει να δώσεις μια ευκαιρία στο όνειρο της αγαπημένης σου. Μην το βλέπεις ως καριέρα αν δεν σε βολεύει έτσι. Σκέψου το σαν εξέλιξη, σαν πρόοδο που μπορεί να κάνει τον οποιονδήποτε καλύτερο, την ευνοϊκή περίσταση που ζητούσε κανείς για να δείξει τι αξίζει, ποιες είναι οι δυνατότητες του· όλα αυτά είναι αγνά, όμορφα και θέλουν υποστήριξη Τζίμι», είπε ο γιατρός που σπανίως έλεγε Τζίμι τον Τζιμ –το έκανε μόνο σε στιγμές που ήθελε να δείξει τη συμπάθεια του–, και συνέχισε: «Ο χρόνος μας, όμως, τελείωσε. Σκέψου όσα συζητήσαμε, βγάλε μια άκρη και προσπάθησε να βρεις τη χρυσή τομή στο δίλλημά σου. Άλλωστε, το ξέρεις: η αγάπη απαιτεί θυσίες. Ίσως αυτό να είναι που θα δέσει για τα καλά τη σχέση σας, ίσως αυτή η δοκιμασία να είναι και η πιο ισχυρή για να θέσει πιο ανθεκτικές βάσεις για το αύριο. Και μην ξεχνάς: όλα μπορούν να λυθούν».

 

«Νιώθω ότι δεν με ακούει γιατρέ μου», είπε η Λίντα, «δεν με ακούει. Δεν μπορεί να καταλάβει ότι όλο αυτό θα γίνει για το καλό μας. Φοβάμαι ότι το βλέπει εγωιστικά: η κοπέλα του να βγάζει παραπάνω χρήματα από τον ίδιο. Και τι έγινε δηλαδή; Γιατί δεν μπορεί να ζήσει μ’ αυτό; Γιατί να είναι κακό, όταν σε ένα ζευγάρι, η καριέρα του ενός παίρνει την πάνω βόλτα; Γιατί να μην καταλαβαίνει ότι αυτό, από μόνο του, μόνο καλό μπορεί να κάνει στη σχέση μας; Δεν μπορώ να καταλάβω…»

Ο γιατρός είδε τη Λίντα σκεφτική μετά απ’ αυτές τις ερωτήσεις και την άφησε για λίγο μόνη με τον εαυτό της. Ύστερα την ρώτησε: «Έχεις σκεφτεί ότι μπορεί ο Τζιμ να μην αντέχει μακριά σου; Μπορεί να σε έχει ανάγκη, όχι μόνο επειδή σε αγαπάει και είναι ερωτευμένος μαζί σου, αλλά και για να μπορεί να τα καταφέρει με όλες τις υποχρεώσεις του – επαγγελματικές, κοινωνικές κτλ. Υπάρχουν πολλοί άντρες σε τέτοια κατάσταση».

«Αυτό, όμως, δεν είναι λίγο άδικο για μένα; Να γίνομαι το δεκανίκι κάποιου για να μπορέσει να πάει μπροστά, με το να θυσιάζω τη δική μου εξελικτική πορεία. Δεν είναι λίγο άδικο αυτό γιατρέ μου; Πώς θα του το συγχωρήσω αυτό αργότερα – όταν θα είναι ήδη πολύ αργά;»

«Γιατί δεν βλέπεις εσένα και τον Τζιμ ως ένα και το αυτό; Γιατί βάζεις τα σου και τα μου και τα του, όταν κανονικά θα έπρεπε να μιλάς για μας; Μήπως μ’ αυτόν τον τρόπο αδικείς εσύ τον άντρα που είναι μαζί σου όλα αυτά τα χρόνια; Τον άντρα που, όπως η ίδια μου έχεις πει, αγαπάς όσο τίποτα άλλο στον κόσμο;»

 «Και βέβαια τον αγαπάω! Θα μπορούσα να πεθάνω γι’ αυτόν. Είναι ο άντρας της ζωής μου. Αλλά είναι και η ζωή μου –η ζωή μας– στη μέση. Σίγουρα, όλο αυτό το κάνω για να απογειωθεί η καριέρα μου, αλλά και για έναν ακόμα, πιο σημαντικό, λόγο: για να μπορέσουμε, ως ζευγάρι, να τα καταφέρουμε καλύτερα στο μέλλον. Για να μπορούν αύριο τα παιδιά μας να μεγαλώσουν πιο άνετα απ’ ό,τι μεγαλώσαμε εμείς. Σκέφτομαι λάθος γιατρέ μου; Δεν έχουν λογική αυτά που λέω;»

«Λίντα μου», είπε ο γιατρός που σπάνια γινόταν τόσο φιλικός απέναντι σε ασθενείς, ώστε να βάζει και το μου μετά το όνομα τους –πράγμα που έκανε κατά κόρον η ίδια η Λίντα–, «εγώ δεν είμαι εδώ για να κρίνω τι είναι λάθος και τι όχι. Εγώ είμαι εδώ για να κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου ή, να το θέσω ακόμα καλύτερα, για να βλέπουμε τα θέματα από διάφορες οπτικές γωνίες και όχι μόνο από μία: τη δική σου».

«Ναι, αλλά δεν μπορεί να μην υπάρχει και κάποια κοινή λογική στο όλο θέμα. Δεν είναι όλα σωστά. Κάποιος κάνει λάθος και κάποιος όχι».

«Δεν γίνεται πάντα έτσι· πολλές φορές –αμέτρητες!– μπορεί να έχουμε δίκιο και οι δύο και απλά να πρέπει να βρούμε κοινό δρόμο να προχωρήσουμε, αυτό είναι και το ζητούμενο συνήθως».

«Ένα κι ένα κάνουν δύο γιατρέ μου. Δουλεύουμε για ένα καλύτερο μέλλον, κοινό μέλλον. Είμαστε μαζί και κυνηγάμε, ο καθένας απ’ την πλευρά του, καλύτερες συνθήκες ζωής. Αν πάψουμε να το κάνουμε αυτό, είμαστε χαμένοι από χέρι». Η Λίντα μιλούσε με μια σιγουριά που δύσκολα κάποιος θα της άλλαζε γνώμη.

«Δεν φοβάσαι μήπως όταν αφοσιωθείς πλήρως σ’ αυτό το κυνήγι, ξεχαστείς και παραμελήσεις άλλα πράγματα που, όπως και να το κάνουμε, θέλουν κι αυτά προσπάθεια για να τα κερδίσεις ή να τα διατηρήσεις; Δεν σκέφτεσαι ότι υπάρχουν ίσως και σοβαρότερα ζητήματα που θέλουν δουλειά; Η οικειότητα, η συνύπαρξη, η καθημερινή προσπάθεια για να διατηρήσουμε μια σχέση σε σεβαστά επίπεδα, η ίδια η αγάπη Λίντα μου, είναι καταστάσεις που απαιτούν από εμάς ένα μεγάλο ποσοστό της προσοχής και της δύναμης μας. Αν παραμελήσουμε κάποια για να αφοσιωθούμε σε έναν και μοναδικό σκοπό, τότε μάλλον τα πράγματα θα δυσκολέψουν αρκετά». Ο γιατρός κοίταξε τη Λίντα που τον κοιτούσε με προσοχή και κάπως παράξενα, σαν να μην καταλάβαινε πολλά απ’ αυτά που της έλεγε ο ίδιος. Ύστερα από λίγο, συνέχισε: «Χρειάζεται να βρεθεί μια μέση λύση, ένας κοινός δρόμος. Όλα αυτά, όμως, είναι πολύπλοκα ζητήματα και δεν λύνονται με μία και μόνο συζήτηση. Άλλωστε ο χρόνος μας τέλειωσε. Σκέψου όλα αυτά που είπαμε για την επόμενη φορά. Και μην ξεχνάς: όλα μπορούν να λυθούν».

 

Ο γιατρός άνοιξε το σημειωματάριο που είχε για τα συμπεράσματα του με τις συζητήσεις των ασθενών του και έγραψε:

Άραγε μπορούν να λυθούν όλα τελικά; Τι διαλέγουμε σε ένα τέτοιο δίλλημα; Δουλειά ή έρωτας; Αγάπη ή καριέρα; Τι συμβουλή να δώσεις σε δύο ανθρώπους που έχουν δίκιο και οι δύο από την πλευρά τους; Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση, με την οποία για να βγάλουμε ένα τελικό συμπέρασμα του ποιος έχει δίκιο τελικά, πρέπει είτε να τη δούμε συναισθηματικά είτε ρεαλιστικά. Έλα όμως που αναγκαστικά πρέπει να τη δεις και από τις δύο αυτές πλευρές.

Μέση λύση – χρυσή τομή – κοινός δρόμος. Όλα αυτά, γιατρέ, καλά ακούγονται στη θεωρία, αλλά πώς μπορείς να τα εφαρμόσεις στην καθημερινότητα; Τι να παραμελήσεις και που να επικεντρωθείς; Σίγουρα, στην περίπτωση αυτή πρέπει να γίνει κάτι για να ικανοποιηθούν και οι δύο από την πλευρά τους, αλλά τι; Τι είναι αυτό που δεν θα σβήσει το συναίσθημα, την οικειότητα (αυτόν τον κώδικα συνύπαρξης) –γιατί, δυστυχώς, έτσι θα γίνει εξαιτίας της απόστασης–, ούτε θα αναγκάσει τον έναν απ’ τους δύο να παρατήσει τα όνειρά του;

Είναι άδικο για τον Τζιμ να καταπιέσει τα συναισθήματά του. Είναι άδικο να αρχίσει να δημιουργείται μέσα του ένας φόβος ότι με το χρόνο θα χάσει την αγαπημένη του, ότι θα χάσει την ευκαιρία να ζήσει μαζί με τη γυναίκα που αγαπάει, ότι η απόσταση θα “ροκανίσει” τα συναισθήματα. Είναι άδικο να μη δώσουμε μια ευκαιρία στην αγάπη.

Είναι άδικο για τη Λίντα να στερηθεί μια τεράστια ευκαιρία στην επαγγελματική της καριέρα, να στερηθεί τη γνώση τού που μπορεί να φτάσει. Είναι άδικο να μην είσαι δίπλα της σε κάτι τόσο μεγάλο αλλά, αντιθέτως, να στέκεσαι απέναντι της με στιλ “ή αυτό ή εγώ”. Πώς αλλιώς θα μάθει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ίδια η αγάπη;

Τελικά, δεν μπορώ να καταλάβω ποιος το βλέπει ρεαλιστικά και ποιος συναισθηματικά. Η αγάπη για τη δουλειά και ότι θέλει δουλειά η αγάπη είναι τα μόνα συμπεράσματα που μπορώ να βγάλω απ’ αυτήν την πολύπλοκη ανθρώπινη σχέση.

Δεν ξέρω, τελικά, αν υπάρχει χρυσή τομή ή αν πρέπει, απλά, να διαλέξει ο καθένας το δρόμο του. Δεν ξέρω αν όλα μπορούν να λυθούν. Το μόνο που ξέρω είναι ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πολυδιάστατες και αυτό, μπορεί από τη μια να δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα, αλλά, από την άλλη, τις κάνει πιο όμορφες, πιο ενδιαφέρουσες, πιο ανθρώπινες… Και μόνο να τις παρατηρείς και να γίνεσαι, κατά κάποιο τρόπο, μέρος τους – και μόνο αυτό είναι άκρως γοητευτικό…

Έκλεισε το σημειωματάριο, έκατσε –σχεδόν ξάπλωσε– στην πολυθρόνα του και άναψε ένα μεγάλο πούρο για να καπνίσει.

pk.

Advertisements
Κατηγορίες:Διηγήματα
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: