Αρχική > Διηγήματα > Μοναξιά

Μοναξιά

Νοέμβριος 18, 2011 Σχολιάστε Go to comments

Πρέπει να φτιάξω τον κήπο, έχει τα χάλια του, σκέφτηκε ο κυρ-Πέτρος. Ήταν μέσα Ιουλίου, απόγευμα, κι αυτός καθόταν στην αυλή του σπιτιού του, αυτής της χαμοκέλας όπως το έλεγε η συγχωρεμένη η γυναίκα του. Είχε φύγει δύο χρόνια πριν, από την παλιαρρώστια. Τώρα είχε μείνει μόνος του σ’ αυτήν τη χαμοκέλα, ένας γέρος άνθρωπος εβδομήντα πέντε χρονών κρατούσε ολόκληρο σπίτι. Γιατί ο ίδιος έτσι το έβλεπε: ολόκληρο σπίτι.

Στο πάνω σπίτι έμεναν η κόρη του με τον άντρα της και τον μικρό τους γιό. Κάποτε, εκεί έμενε ο ίδιος με τη γυναίκα του και την κόρη του, αλλά τα χρόνια περνάνε, άλλοι άνθρωποι έρχονται να κάτσουν στα σπίτια μας, σε άλλα πάμε εμείς. Να μετακινούμαστε για να βολευτεί ο κόσμος. Οι γέροι να κατεβαίνουν, οι νέοι να ανεβαίνουν, έτσι πάει…

Ίσως να πάρω και λίγο κοπριά να ρίξω στα φυτά, σκέφτηκε πάλι. Η αλήθεια είναι ότι δεν χρειαζόταν τίποτα ο κήπος. Τον φρόντιζε ο ίδιος καθημερινά, ήταν στην εντέλεια. Ήταν όμως η μοναδική του ασχολία. Όσο καθαρός, όσο περιποιημένος και να ήταν, γι’ αυτόν πάντα κάτι θα έλειπε.

Τα πουλιά είχαν βγει για το απογευματινό τους τραγούδι. Ο κυρ-Πέτρος τα άκουγε με προσήλωση και ευχαρίστηση. Ήταν καλή συντροφιά γι’ αυτόν, ίσως και η πιο πιστή πια.

Έτσι –ακούγοντας τους παλιούς του “φίλους”– χάθηκε στις ονειροπολήσεις του. Τι ευτυχία τότε, τα παλιά τα χρόνια, όταν πρωτομπήκε σ’ αυτό το σπίτι. Ήταν προίκα της γυναίκας του και από τη μέρα που παντρευτήκαν εγκαταστάθηκε εδώ. Πήγαν οι γονείς της στο κάτω σπίτι, εδώ που ήταν τώρα αυτός, και έμεινε το νιόπαντρο ζευγάρι στο πάνω, που ήταν πιο μεγάλο, μιας και περίμεναν καινούργιο μέλος στην οικογένεια τους.

Τι όμορφος καιρός εκείνος της εγκυμοσύνης της γυναίκας του! Αυτός δούλευε υπάλληλος στο παντοπωλείο του θείου του. Πήγαινε το πρωί για να ανοίξει το μαγαζί. Έβγαζε τα καφάσια με τα φρούτα έξω, τα έβαζε σε τέτοιο σημείο για να είναι καλά κρυμμένα από τον ήλιο, και συγύριζε λίγο μέσα. Περίμενε μετά να έρθουν οι πελάτες, να πουλήσει την πραμάτεια του. Τότε δεν είχε λεφτά ο κόσμος, όλοι στο βερεσέ ήταν. Την επόμενη βδομάδα θα ξεπληρώσω, περιμένω κάτι λεφτά. Γράψ’ τα γιατί δεν υπάρχει δεκάρα τσακιστή. Για το μωρό να πάρω κάτι πράγματα γιατί όλο κλαίει, δεν είναι κατάσταση αυτή. Υπομονή θα στα δώσω όλα μαζί. Τι να έκανες, όλοι είχαν ανάγκη. Όλα κι όλα όμως, αργά ή γρήγορα –συνήθως αργά–, οι πάντες πλήρωναν τα χρέη τους.

Το μεσημέρι το έκλειναν για κάνα-δυο ώρες, να πάνε να ξεκουραστούν, και πήγαιναν πάλι το απόγευμα για να το κρατήσουν ανοιχτό ως το βράδυ. Όλη η δουλειά περνούσε από τα χέρια του Πέτρου. Το πιο κοπιαστικό ήταν το πρωί, εκεί πλάκωνε ο πολύς ο κόσμος.

Μπορεί να μην πληρωνόταν καλά –παρόλο που δούλευε συνέχεια–, μπορεί να ήταν εποχές δύσκολες, αλλά ο Πέτρος και η γυναίκα του ήταν ευτυχισμένοι. Είχαν ο ένας τον άλλον, είχαν το μωρό να έρχεται, δεν τους ένοιαζε η φτώχεια. Τα πράγματα, έτσι κι αλλιώς, θα καλυτέρευαν στο μέλλον. Όταν θα αποσυρόταν ο θείος του Πέτρου, αυτός θα αναλάμβανε την όλη επιχείρηση, θα γινόταν αφεντικό, μέρες καλύτερες θα έρχονταν. Μέχρι τότε όμως, θα υπήρχαν πολλές οικονομικές δυσκολίες.

Καμία δυσκολία! Όσο υπήρχαν εκείνα τα κυριακάτικα απογεύματα που αλώνιζαν τη γειτονιά οι δυο τους και άκουγαν τις καλύτερες ευχές για το μωράκι που θα ερχόταν, όσο υπήρχαν οι φίλοι τους που έρχονταν που και που τα βράδια, να κάτσουν στη βεράντα ή στον κήπο να πιούν ένα κρασί, όσο έσφιγγαν ο ένας το χέρι του άλλου και κοιτάζονταν στα μάτια, δεν υπήρχε καμία δυσκολία, κανένα πρόβλημα.

Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του κυρ-Πέτρου, υγιές και φωτεινό. Καλά ήταν, σκέφτηκε. Πολύ καλά!

«Μπαμπά!», τον “ξύπνησε” η φωνή της κόρης του που κατέβαινε από το σπίτι της. Δεν πρόσεξε καν το χαμόγελο του. «Πάω με το μικρό μια βόλτα στο πάρκο. Θέλεις κάτι να φας; Αν είναι να πω του Γιώργου να σου κατεβάσει. Έχω φτιάξει κοτόπουλο κοκκινιστό με μακαρόνια».

«Όχι κόρη μου, μια χαρά είμαι. Θα φτιάξω μόνο ένα ζεστό να πιω αργότερα γιατί έχω κάτι ενοχλήσεις στο στομάχι».

«Σου έχω πει να πας στο γιατρό να κοιτάξεις αυτές τις ενοχλήσεις, μην τις παραμελείς».

Ρε για κοίτα να δεις, σκέφτηκε ο κυρ-Πέτρος, μέχρι χθες ήταν τόση δα και με κοίταζε στα μάτια, και τώρα με ταΐζει και μου κάνει υποδείξεις. Που καταντάει ο άνθρωπος ρε γαμώτο; Πόση δύναμη και πόση σιγουριά ότι έχεις τον κόσμο στα πόδια σου όταν είσαι νέος και τι κατάντια να “μικραίνεις”, να αρρωσταίνεις, να θες να ζήσεις και να μην μπορείς όσο μεγαλώνεις. Τι άδικο πράγμα…

Αποχαιρέτησε την κόρη του και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Έκανε μια βόλτα την αυλή και ξανακάθισε. Είδε τον κήπο και βυθίστηκε πάλι στις αναμνήσεις.

Ήταν με τη γυναίκα του, αρκετό καιρό αφού είχαν εγκατασταθεί στο σπίτι τους. Κάθονταν στον κήπο, μαζί με ένα φιλικό ζευγάρι: τον Νίκο –που γνωριζόταν από παιδί με τον Πέτρο– και τη γυναίκα του.

Είχαν ψήσει κρεατικά –τα έξοδα μοιρασμένα– και τώρα κάθονταν στο τραπέζι, που είχε τοποθετήσει από νωρίς ο Πέτρος, και έτρωγαν.

«Ωραία, έτσι;» ρώτησε ο Πέτρος.

«Τέλεια ρε φίλε! Δεν υπάρχει καλύτερη διασκέδαση για μένα. Δύο φίλοι και η γυναίκα που αγαπάω, γεμάτο το τραπέζι με όλα τα καλά του κόσμου και άφθονο κρασί. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;»

Οι δύο γυναίκες χαμογέλασαν. Ο Πέτρος φαινόταν σκεφτικός. «Ωραία είναι, ναι», είπε. «Με το θέμα δουλειάς τα πάμε λίγο άσχημα».

«Γιατί ρε, τι έγινε;»

«Όχι, δεν έγινε τίποτα. Απλά, τώρα που έχουμε και τη μικρή, καταλαβαίνω το θείο μου που αγχωνόταν όσο αργούσαν οι πελάτες να πληρώσουν τα χρέη τους. Τα παιδιά έχουν πολλά έξοδα αλλά είναι ευτυχία!» είπε και χαμογέλασε γαλήνια.

Η γυναίκα του, μαζί με τη γυναίκα του Νίκου, σηκώθηκαν να πάνε να ρίξουν μια ματιά στο μωρό.

Ο Νίκος έφερε κοντά την καρέκλα του σε αυτήν του Πέτρου. «Πως είναι να είσαι πατέρας ρε φίλε;» τον ρώτησε.

Ο Πέτρος τον κοίταξε για λίγο. Ήταν σαν να μην τον έβλεπε, ήταν σαν να έβλεπε “μέσα” απ’ αυτόν, σε έναν άλλον κόσμο, κάτι άλλο. «Δεν μπορώ να το πω με λόγια», είπε και χαμογέλασε.

«Είναι απίστευτο!» είπε ο Νίκος. «Όλοι αυτό λένε!»

Για δύο λεπτά δεν είπε κανείς τίποτα. Είδαν τις γυναίκες να έρχονται πάλι στη συντροφιά τους.

«Και μην ανησυχείς», του είπε ο Νίκος. «Όλα θα πάνε καλά με τη δουλειά σου, ο θείος σου είναι εντάξει άνθρωπος».

«Το ξέρω. Και, πραγματικά, δεν ανησυχώ. Όσο με κοιτάνε αυτά τα ματάκια της μικρούλας, δεν ανησυχώ για τίποτα! Νιώθω ότι μπορώ να φέρω τον κόσμο ανάποδα αν χρειαστεί».

«Που δεν θα χρειαστεί», του είπε ο Νίκος και τον χτύπησε ελαφρά στο δεξί ώμο.

«Ευχαριστώ ρε φίλε».

«Γιατί τον ευχαριστείς;» ρώτησε η γυναίκα του Νίκου.

«Γιατί μου είπε ότι θα κάνει σύντομα ένα παιδάκι για να παίζει με την κόρη μου».

«Αγάπη μου!» φώναξε αυτή στον Νίκο και πήγε και κάθισε στα πόδια του. «Αλήθεια;»

«Ε τι… ψέματα;» είπε αυτός και αγριοκοίταξε τον φίλο του.

Ο κυρ-Πέτρος χαμογέλασε. Ωραία παρέα ήμασταν! σκέφτηκε. Α ρε Νίκο! Κι εσύ και η γυναίκα σου νωρίς φύγατε. Και ούτε που καταφέρατε τελικά να κάνετε ένα παιδάκι… Ξέρω πόσο πολύ το ήθελες όσο και αν ταραζόσουν όταν έθιγα το θέμα. Απ’ αυτούς τους τέσσερις εκείνης της βραδιάς, μόνο εγώ έχω μείνει… Εκτός και αν μετράει και η μικρούλα.

Το μυαλό του τώρα “πήδησε” κάπου αλλού.

Ο χειμώνας έξω ήταν βαρύς. Το κρύο και το ψιλόβροχο δεν έλεγαν να σταματήσουν στιγμή. Μέσα στο σπίτι, όμως, το τζάκι έκαιγε σταθερά και δυνατά. Ο χειμώνας δεν τολμούσε να μπει μέσα, το κάστρο φυλασσόταν καλά.

Ο Πέτρος ότι είχε γυρίσει από τη δουλειά. Ήταν μεσημέρι και οι γυναίκες της ζωής του τον περίμεναν να φάνε.

«Άντε μπαμπά, πεινάω!»

«Κι εγώ αγάπη μου, πεθαίνω της πείνας! Τι καλό μας έφτιαξες μαμά;» ρώτησε τη γυναίκα του.

«Ψαρόσουπα».

«Μμμ… Ακούγεται πεντανόστιμο!»

«Ναι αλλά δεν είναι – μπλιάχ!» γκρίνιαξε η κόρη του. Όπως όλα τα παιδιά που σέβονται τον εαυτό τους, δεν έβρισκε ποτέ νόστιμα τα ψάρια, τα λαδερά, τα όσπρια, κλπ…

«Πέτρο μου, κουράστηκες σήμερα;» τον ρώτησε η γυναίκα του.

«Είναι λίγο κουραστικά γιατί είμαι μόνος μου. Είχα πολύ κουβάλημα σήμερα αλλά εντάξει, τα καταφέρνω. Όταν γυρνάω σπίτι και σας βλέπω να χαμογελάτε –να χαμογελάτε λέω μικρή– τα ξεχνάω όλα! Κι έτσι έχω κουράγιο και για το απόγευμα που θα ξαναπάω».

«Έλα να δώσουμε ένα φιλάκι στον μπαμπά!» Οι γυναίκες του έπιασαν να τον φιλάνε, να τον πειράζουν και να γελάνε, μέχρι που τις άρπαξε ο ίδιος –μετά από αρκετή ώρα που τις άφηνε για να το ευχαριστηθεί– και τις έβαλε στη θέση τους.

«Λοιπόν κορίτσια… Με κάνετε ευτυχισμένο! Τι είναι παράδεισος αν δεν είναι αυτό που έχω τώρα μπροστά μου; Κάτι πρέπει να κάνω εγώ γι’ αυτό. Τι λέτε να πάμε το βράδυ, αφού τελειώσω τη δουλειά, σε μια ταβερνούλα να φάμε; Εννοείται ότι εσύ μικρή θα πρέπει να τελειώσεις νωρίς-νωρίς τα μαθήματα σου!»

«Ναι, θα τα τελειώσω μπαμπάκα μου! Θα φάω μπιφτέκια με πολλές-πολλές πατάτες!»

«Έτσι όπως το πας», του είπε η γυναίκα του, «θα με μισήσει εμένα! Ψαρόσουπα εγώ, μπιφτέκια εσύ. Που πάει η αγάπη;»

«Στα μπιφτέκια!» φώναξαν μπαμπάς και κόρη και γέλασαν όλοι μαζί.

«Αγάπη μου», είπε ο Πέτρος στην κόρη του, «να πηγαίνεις να βλέπεις και τη γιαγιά όμως, ε; Ένα σπίτι είμαστε και δεν σε βλέπει καθόλου. Είναι κι αυτή μόνη της η κακομοίρα και θέλει και λίγο παρεούλα».

«Μα, ρε μπαμπά, είναι γριά», είπε η μικρή και γέλασαν πάλι όλοι μαζί.

Η γυναίκα του άρχισε να μαζεύει τα πιάτα σιγά-σιγά. Πήγε κοντά του, έσκυψε προς το αυτί του και του είπε: «Ρε μωρό μου, μήπως ξοδευόμαστε αρκετά; Τον τελευταίο καιρό τρώμε συχνά έξω και όχι μόνο αυτό, αλλά…»

«Σσσς», την διέκοψε αυτός, ενώ έβαλε δύο δάχτυλα στα χείλη της, «όλα πάνε καλά στα οικονομικά μας, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα πια. Με έχεις για άνθρωπο που θα έκανα άσκοπες σπατάλες; Μπορεί να δουλεύω ώρες ατελείωτες αλλά για ποιον το κάνω; Για εμάς τους τρεις. Όσο μας έχει ο θεός καλά, να δουλεύουμε και να έχουμε ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι, όλα θα πηγαίνουν μια χαρά! Κοίτα το μωράκι μας πόσο ευτυχισμένο είναι!» Την κοίταξαν και οι δύο που βοηθούσε να μαζευτεί το τραπέζι.

«Τότε να σου πω ότι σου έχω κι εγώ μια έκπληξη», του είπε η γυναίκα του ακόμα πιο ψιθυριστά.

Γύρισε προς το μέρος της. «Τι έκπληξη;» ρώτησε.

«Είναι στην κρεβατοκάμαρα…»

«Στην κρεβατοκάμαρα;»

«Ναι…» είπε, του έκλεισε το μάτι και κατευθύνθηκε προς αυτή.

Ο κυρ-Πέτρος αναστέναξε. Όσο θυμόταν το παρελθόν, τόσο τον προβλημάτιζε το παρόν και ένα γιατί ήταν κολλημένο στις σκέψεις του.

Έβαλε αεράκι. Μπήκε σιγά-σιγά μέσα για να φτιάξει το ζεστό. Τώρα πια όλα σιγά-σιγά τα έκανε. Τα χρόνια και η κούραση από τη δουλειά βάραιναν το κορμί του. Έσπρωξε προς τα πίσω τα άσπρα του μαλλιά και έπιασε το πρόσωπο του. Θέλω ξύρισμα, σκέφτηκε. Θα το κάνω αύριο. Δεν άφηνε να περάσουν δυο μέρες χωρίς να ξυριστεί, άσχετα αν αυτό ήταν χρονοβόρα διαδικασία πια. Έκλεισε όλα τα παράθυρα και τις πόρτες. Πάει κι αυτή η μέρα, τέλειωσε. Το πρωί πάλι.

Έκατσε στην πολυθρόνα του για να πιεί το ρόφημα που έφτιαξε. Απέναντι του ήταν η τηλεόραση, μονίμως κλειστή, μια παλιά που δεν την ήθελε η κόρη του. Δεν είχε τέτοιες συνήθειες ο κυρ-Πέτρος. Αν κάποτε ήθελε παρέα, είχε ανθρώπους. Τώρα ξέρει ότι είναι μόνος. Καμιά φορά ανοίγει το ραδιοφωνάκι του και ακούει παλιές μελωδίες. Αν πετύχει κάτι τέτοιο δηλαδή, αλλιώς το κλείνει κι αυτό. Οι μέρες μπορεί να κυλούν αργά αλλά έρχονται οι αναμνήσεις να τις γεμίζουν. Κάτι είναι κι αυτό.

Σηκώθηκε από την πολυθρόνα, έβαλε το φλιτζάνι στο νεροχύτη και πήγε στο κρεβάτι του να πέσει για ύπνο. Εχθρός του παραδείσου είναι ο ανίκητος χρόνος, σκέφτηκε. Δε βαριέσαι, έτσι είναι η ζωή. Έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε.

pk.

Advertisements
Κατηγορίες:Διηγήματα
  1. Δεν υπάρχουν σχόλια.
  1. No trackbacks yet.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: